Για την ενότητα της Αριστεράς...Για μια πολυκεντρική Αριστερά...Για την ενότητα στη βάση

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Διαμόρφωση Ελληνικού Έθνους - Κράτους




Αφιέρωμα του Πολιτικού Καφενείου

















«Ας εξετάση διακεκριμένως οποιοσδήποτε έλαβεν μέρος εις την Επανάστασιν, και θέλει ίδει ότι η τάξις των ξενιτευμένων λογιοτάτων και εμπόρων είναι ήτις πρώτη ετόλμησεν και εκίνησεν τον μοχλόν τούτον και έμβασεν και τους Προεστούς και τους Αρματολούς εις τα αίματα.» Έτσι περιγράφει την κινητήρια δύναμη της Επανάστασης του 1821 ένας εκ των πρωταγωνιστών της, ο Σερραίος επαναστάτης Ν. Κασομούλης, καταδεικνύοντας το κοινωνικό της περιεχόμενο. Εκτοτε, αυτό εκτοπίστηκε από την κρατούσα ιστοριογραφία, για να κυριαρχήσουν το θρησκευτικό και μια «υπερταξική» έννοια του εθνικού ως αποκλειστικά κίνητρα της Επανάστασης. (Τα κείμενα επέλεξε ο σ. Παναγιώτης Βήχος). Σελίδες 410
Επειδή κάποια στιγμή οι μύθοι πρέπει να αντικαθίστανται από τα πραγματικά γεγονότα και την Ιστορία ας κάνουμε μια μικρή "ξενάγηση" στα χρόνια αυτά από την Επανάσταση του 1821 μέχρι σήμερα για να δούμε το ρόλο της εκκλησίας σ΄ αυτά.. Η πραγματική ιστορία της ελληνικής επανάστασης του 1821 απέχει αρκετά από την επίσημη εκδοχή της, έτσι τουλάχιστον όπως διαμορφώθηκε με την πλήρη επικράτηση τής ελληνικής αστικής τάξης, την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους και τη διευθέτηση του ζητήματος του “ξένου προστάτη” για το νεότευκτο κράτος… Όμως σήμερα ο ελληνικός λαός αντιμετωπίζει μία άλλου είδους «κατοχή» με τον εχθρό να βρίσκεται πρώτα και κύρια μέσα στην ίδια του τη χώρα! Είναι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και η Τρόικα που έχουν υποθηκεύσει τις ζωές μας και την ίδια τη χώρα. Σήμερα, στις συνθήκες ανωριμότητας του υποκειμενικού παράγοντα, στις συνθήκες πολυδιάσπασης του αντικαπιταλιστικού ριζοσπαστικού χώρου, το σύνθημα ΝΑ ΑΝΑΤΡΑΠΕΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ οφείλει να γίνει ιαχή ταξικού πολέμου, κάλεσμα αγωνιστικής ενότητας των δυνάμεων της εργασίας και του πολιτισμού. Σύνθημα μάχης.

Από τη μια υπάρχουν τα σχολικά βιβλία και οι τόμοι των επίσημων εκφραστών της αστικής αντίληψης για το ζήτημα, που παρουσιάζουν (πλήρως διαστρεβλωμένο) τον εθνικό χαρακτήρα του “εικοσιένα” αποσιωπώντας ή υποτιμώντας το κοινωνικό και ταξικό του περιεχόμενο. Ακόμα και για πασίγνωστα γεγονότα, όπως η εμφύλια σύγκρουση σχεδόν αμέσως μετά το ξέσπασμα της επανάστασης, η επίσημη εκδοχή καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια να περιορίσει τη σημασία τους και να τα παρουσιάσει ως μια θλιβερή παρένθεση στη “μεγαλειώδη” πορεία της “εθνικής παλιγγενεσίας”.

Από την άλλη, υπάρχει μια πλούσια ιστοριογραφία απομνημονευμάτων λαϊκών αγωνιστών (Κολοκοτρώνη, Περραιβού κ.ά.), τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, η “Ελληνική Νομαρχία”, μελέτες του Κορδάτου και του Βαλέτα, τα καυστικά κείμενα του Γιάννη Σκαρίμπα, αλλά και ξένων ιστορικών, όπως του Φίνλεϊ, που προσεγγίζουν την πραγματική διάσταση του ζητήματος και προβάλλουν, πέρα από τον εθνικοαπελευθερωτικό (που έτσι κι αλλιώς υπήρχε) και τον ταξικό-κοινωνικό χαρακτήρα της επανάστασης. Στα κείμενα αυτά μπορούμε να δούμε τον αντιδραστικό ρόλο της Εκκλησίας και των κοτζαμπάσηδων, την υπονόμευση του αγώνα από μερίδα της ελληνικής αστικής τάξης που έφτασε μέχρι και την ανοιχτή προδοσία, αλλά και τον ηρωικό αγώνα απλών λαϊκών αγωνιστών που κατάφεραν εμπνευσμένοι από την πρόσφατη γαλλική επανάσταση, σε πολλές περιπτώσεις, να κυριαρχήσουν (σε τοπικό επίπεδο) και να θέσουν (έστω και πρόωρα) ζήτημα λαϊκής εξουσίας.

Για να πάρουμε μια μικρή "γεύση" του πόσο "προοδευτικός" ήταν ο ρόλος της εκκλησίας όλα αυτά τα χρόνια ας θυμήσουμε στην ηγεσία της εκκλησίας ότι ακόμα και ο Σπύρος Τρικούπης το 1875 στην Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως έγραψε τα εξείς: "Ψευδής είναι η Εν Ελλάδι επικρατούσα ιδέα ότι εν τη Μονή της Αγίας Λαύρας ανυψώθη κατά πρώτον η σημαία της Επαναστάσεως". Κι επειδή κάποια στιγμή οι μύθοι πρέπει να αντικαθίστανται από τα πραγματικά γεγονότα και την Ιστορία ας κάνουμε μια μικρή "ξενάγηση" στα χρόνια αυτά από την Επανάσταση του 1821 μέχρι σήμερα για να δούμε το ρόλο της εκκλησίας σ΄ αυτά…

Ο απόηχος της Γαλλικής Επανάστασης το 1789 με τα μυνήματα περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ρουσώ, Βολταίρος), Ορθολογισμού (Καρτέσιος) και Αθεϊας (Εγκυκλοπαιδιστές), αγγίζει το πρόβλημα της κατεχόμενης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία Ελλάδας, και διαμορφώνει νέα κοινωνικοπολιτικά κριτήρια στον υπάρχοντα, εντός και εκτός συνόρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Ελληνισμό. Μέσα στα επόμενα τριάντα χρόνια μεθοδεύεται η ιδέα της Απελευθέρωσης και της Επανάστασης.

Το σκιερό, όμως, ιερατικό μέγαρο απέτρεπε την εισροή του ανατέλλοντος δυτικού Διαφωτισμού και μεθόδευε την ασιατική αγραμματοσύνη, διακινώντας τη στατική και νοσηρή θεώρηση ότι πέραν της τυφλής υποταγής, καμία άλλη αρετή δεν είναι απαραίτητη για έναν καλό χριστιανό. Νοοτροπία και καθεστώς που εξυπηρετούσε απόλυτα τους Οθωμανούς, που δε θέλανε ανταρσίες στην αυτοκρατορία τους, ενώ παράλληλα κι η εκκλησία απολάμβανε στο ακέραιο όλα τα συμφωνημένα προνόμια.

Έτσι, λοιπόν, όταν ξεκίνησε η Επανάσταση του 1821 η εκκλησία μέσω του Πατριαρχείου ΤΗΝ ΑΦΟΡIΣΕ όπως αφόρισε και τους επαναστάτες, το Ρήγα Φεραίο, αλλά και τον Υψηλάντη. Νάτη λοιπόν η επαίσχυντη απόφαση Αφορισμού: "... Εκείνους δε τους ασεβείς πρωταιτίους και απονενοημένους φυγάδας και αποστάτας ολεθρίους να τους μισείτε και να τους αποστρέφεστε και διανοία και λόγω, καθότι και η εκκλησία τους έχει μεμισημένους, και επισωρεύει κατ΄ αυτών τας παλαμναιοτάτας και φρικωδεστάτας αράς: ως μέλη σεσηπότα, τους έχει αποκεκομμένους της καθαράς και υγιαινούσης χριστιανικής ολομελείας. Ως παραβάται δε των Θείων νόμων και κανονικών διατάξεων... ΑΦΟΡΙΣΜΕΝΟΙ υπάρχειεν και κατηραμένοι και αυγχώρητοι και μετά θάνατον (...)".

Ο αφορισμός, εκτός από την υπογραφή του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, φέρει την υπογραφή του μητροπολίτη Ιεροσολύμων, καθώς και, μεταξύ άλλων, των μητροπολιτών Καισαρείας, Νικομήδειας, Δέρκων, Ανδριανουπόλεως, Βιζύης κλπ., κλπ. Έτσι λοιπόν να πούμε ότι όταν το Γενάρη του 1821 ο Παπαφλέσσας έφθασε στη Βοστίτσα (Αίγιο) για να ξεσηκώσει τους προκρίτους και τους αρχιερείς ενανίων των τούρκων κατακτητών, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός τον αποκάλεσε "εξωλέστατον" και "απατεώνα"! Ο ίδιος ο Παλαιών Πατρών Γερμανός στις πρώτες σελίδες των απομνημονευμάτων του - που διάβασα ο ίδιος με τα μάτια μου - ομολογεί ότι όταν ξεκίνησε ο ξεσηκωμός δεν ήταν στην Αγία Λαύρα, ούτε ύψωσε εκεί λάβαρα, όπως του "καταλογίζουν" μεταγενέστεροι και σημερινοί θαυμαστές του. Ο Παπαφλέσσας πάντως συνέχισε μετά τη Βοστίτσα το απελευθερωτικό του έργο ως το... Μανιάκι, μολονότι κεκοσμημένος με επίθετα όπως "απατεών" και "εξωλέστατος" από τον αρχιεπίσκοπο αλάβαρον...

Πολλά έχουν γραφτεί - και περισσότερα έχουν λεχθεί από τους άμβωνες - για το ρόλο του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης και της ηγεσίας του κλήρου όχι μόνο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, αλλά και κατά την ίδια την Επανάσταση του 1821. Διάφοροι είναι οι «μύθοι» που έχουν καλλιεργηθεί στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, οι οποίοι και έχουν συντηρηθεί μέχρι τις μέρες μας, αλλά και - ακόμη χειρότερα - έχουν γίνει και επίσημη Ιστορία της χώρας μας με τη μεταφορά τους στα σχολικά βιβλία. «Μύθοι» που αποσκοπούν στην απόκρυψη του πραγματικού ρόλου της ηγεσίας του κλήρου εκείνης της εποχής, αλλά - κυριότερα - στην απόκρυψη του λαϊκού παράγοντα και της ταξικής φύσης της ίδιας της Επανάστασης του 1821.

Ο Ριζοσπάστης είχε γράψει ένα πολύ καλό άρθρο για το ρόλο της Εκκλησίας στην Επανάσταση του 1821.

Ο «Ρ» έγραφε στις 25/3/2005: «… ακριβώς με αυτά τα γεγονότα και, όπως αποδεικνύει η ιστορική έρευνα, το Πατριαρχείο, όχι μόνο δεν ...«ευλόγησε» την Επανάσταση, αλλά αντιθέτως προχώρησε ακόμη και στον αφορισμό των ηγετών της. Ο ανώτερος κλήρος, όχι μόνο δεν ύψωσε το λάβαρο, αλλά αντιθέτως με επιστολές του ίδιου του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄, φρόντισε να καταδικάσει ως... διαβολική πράξη την όποια προσπάθεια ξεσηκωμού του λαού και να αφορίσει τους ηγέτες της. Και στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας η ηγεσία του κλήρου το μόνο που κοίταξε να υπηρετήσει ήταν τα δικά του συμφέροντα.

Ο ανώτερος κλήρος στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας είχε τεράστια εξουσία, κοσμική και πνευματική, χάρη στις ίδιες τις διατάξεις των Σουλτάνων. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα μας πληροφορεί ο Γ. Κορδάτος στο έργο του «Η Κοινωνική Σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821»: «Κατά το καθιερωθέν νέον καθεστώς εις την εσκλαβωθείσαν Βαλκανικήν ο Πατριάρχης ήτο ο ανώτατος άρχων των ραγιάδων, ο απόλυτος ρυθμιστής των εκκλησιαστικών και θρησκευτικών ζητημάτων, με δικαιώματα μάλιστα δικαστικά εις περιπτώσεις αφορώσας το ιδιωτικόν δίκαιον. Ετσι - συνεχίζει ο Γ. Κορδάτος - ο ανώτερος κλήρος απέκτησεν εξουσίαν μεγαλυτέραν από εκείνην που είχε πρωτύτερα εις τον καιρόν της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας».

Ο Π. Πιπινέλης, πρώην πρεσβευτής και «υπουργός» Εξωτερικών της χούντας, γράφει στο έργο του «Πολιτική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» (Παρίσι 1928) ότι «το τμήμα τούτο του κλήρου (σ.σ.: αναφέρεται στον αρχιερατικό κλήρο και το Πατριαρχείο) έζη υπό συνθήκας πολιτικά τοιαύτας, ώστε να μη δύναται να ακολουθήση την ζωήν του Εθνους» και παρακάτω εκτιμά ότι έγινε «ξένος προς το πενθούν και πάσχον έθνος», ενώ ήταν «πολιτικώς ραδιούργος και διπλωματικός εις την Κωνσταντινούπολιν διά να παρακολουθή τας απαιτήσεις της διεθνούς πολιτικής, ήτις επαίζετο γύρω από το Πατριαρχείον»!

Ετσι, δεν είναι τυχαίο ότι «η άνοδος στον Πατριαρχικό θρόνο είναι ζήτημα συναλλαγής και ανηθίκων μέσων», όπως μας πληροφορεί ο Γ. Καρανικόλας στο έργο του «Ρασοφόροι - Συμμορία του Εθνους». Στο ίδιο έργο αναφέρει: «Η δράση του Πατριαρχείου και των δεσποτάδων στον 16ον και 17ον αιώνα αποτελεί στίγμα και μεγίστη εθνική συμφορά. Ετσι από το 1453 έως το 1821, σε 368 χρόνια, έχουμε 136 Πατριάρχες, δηλαδή λιγότερο από 3 χρόνια για τον καθένα...»!

Κλείνοντας τη σύντομη αναφορά μας στο ρόλο του Πατριαρχείου και του ανώτερου κλήρου τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, θα αναφέρουμε ένα ενδεικτικό απόσπασμα από το έργο του Γ. Κορδάτου «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας» (τόμος 9): «Τόσο οι καλόγεροι που τότε είχαν μεγάλη δύναμη, όσο και η μεγάλη πλειοψηφία από τους Μητροπολίτες, είχαν συμφέρο να είναι τυφλά όργανα του Σουλτάνου, αφού τους άφηνε, όπως και πρώτα, να έχουν προνομιακή θέση μέσα σε κάθε πόλη και χωριό, να νέμουνται τις εκκλησιαστικές μοναστηριακές περιουσίες και να έχουν και δικαιώματα που δεν τα είχαν πρώτα».

Ο ρόλος του Πατριαρχείου στην Επανάσταση

«Εχουν γραφεί πάρα πολλά για να μας πείσουν ότι στον Ιερό Αγώνα του Εικοσιένα οι ραγιάδες ξεσηκώθηκαν με την προτροπή και τις ευλογίες των πατριαρχών και των δεσποτάδων. Μεγαλύτερο ψέμα και ιστορική διαστρέβλωση απ' αυτό δεν υπάρχει και δεν μπορούσε να γίνει». Τα παραπάνω τα γράφει ο Γ. Καρανικόλας στο έργο του «Ρασοφόροι - Συμμορία του Εθνους», όπου μας πληροφορεί ότι η ηγεσία του κλήρου και το Πατριαρχείο και ο ίδιος ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄, όχι μόνον δε βοήθησαν στην υπόθεση της Επανάστασης, αλλά έφτασαν στο ακριβώς αντίθετο σημείο: Να αφορίσουν τους Επαναστάτες.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά: Αμέσως μετά τη σύλληψη και την εκτέλεση του Ρήγα Φερραίου, το Πατριαρχείο, κατόπιν εντολής του ίδιου του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄, εκδίδει ένα φυλλάδιο με τίτλο «Πατρική Διδασκαλία», το οποίο αρχικά κυκλοφορεί στην Πόλη, αλλά στη συνέχεια σε όλη τη Βαλκανική και το εξωτερικό. Σαν πρόλογο του φυλλαδίου, η έκδοση έχει ποίημα που το συνέταξε ο Πρωτοψάλτης Ιακωβάκης και ήταν κάτι σαν «απάντηση» στο «Θούριο» του Ρήγα. Ανάμεσα στα άλλα αναφέρει: «Από την πρώτην του αρχήν ο κόσμος υπετάχθη / εις ένα πρώτον αρχηγόν, και έτζι εβαστάχθη. / Το κάθε γένος έλαβε τον εξουσιαστήν του, / και υπεκλίθη εις αυτόν μ' άκραν υποταγήν του, / διά να φύγη τα πολλά εκ της μοναρχίας / συμβαίνοντα ολέθρια ή και πολυαρχίας» (!) και παρακάτω λέει: «Οι ναύται υποτάσσονται σ' ένα καραβοκύρην, / και όλοι οι οικιακοί εις ένα οικοκύρην»! Με αυτό τον τρόπο η ηγεσία του κλήρου κάνει σαφές ότι είναι αντίθετη σε κάθε ενέργεια διατάραξης της καθεστηκυΐας τάξης.

Και έτσι έγινε. Με την κήρυξη της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία στις αρχές Μάρτη του 1821 από τον Υψηλάντη, ο Σουλτάνος αντέδρασε έντονα και κάλεσε τους πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής (Αγγλία, Γαλλία, Αυστρία και Ρωσία) στο παλάτι. Μόλις αντιλήφθηκε ότι καμιά από τις Δυνάμεις δεν είχαν ανάμειξη στο κίνημα, «πήρε απόφαση να δώσει αμνηστία στους επαναστάτες της Μολδοβλαχίας αν δήλωναν υποταγή εξαιρώντας μόνο τον Υψηλάντη και τον Μ. Σούτσο» (Γ. Κορδάτος, στο ίδιο). Απόφαση που δέχθηκαν με ιδιαίτερη χαρά οι μεγάλοι Φαναριώτες και ο Πατριάρχης Γρηγόριος, ο οποίος κάλεσε σε κοινή σύσκεψη για το θέμα τους Φαναριώτες δραγουμάνους της Πύλης και του στόλου, του παρεπιδημούντες Πατριάρχες και αρχιερείς, την Ιερά Σύνοδο, καθώς και τους Ελληνες μεγαλέμπορους, μεγαλοβιοτέχνες και προϊσταμένους των συντεχνιών για να πάρουν αποφάσεις. Στη σύσκεψη ήταν παρών και αντιπρόσωπος της Πύλης, ο οποίος και διάβασε το φιρμάνι του Σουλτάνου (Γ. Κορδάτος, στο ίδιο).

Οι αποφάσεις της σύσκεψης ήταν ενδεικτικές. Δήλωσαν στο Σουλτάνο ότι: α) Το γένος δεν έχει γνώση για την ύπαρξη επαναστατικής Εταιρίας, β) αποδοκιμάζουν το κίνημα του Υψηλάντη και γ) είναι πρόθυμοι να συντρέξουν και ενισχύσουν την κραταιά βασιλεία για την καταστολή τέτοιων ολέθριων κινημάτων. Επίσης πήραν την απόφαση να αφορίσουν τον Υψηλάντη και τον Μ. Σούτσο και όχι μόνο να διαβαστεί ο αφορισμός στις εκκλησίες, αλλά και να ειδοποιηθούν με χωριστή πατριαρχική εγκύκλιο οι Δεσποτάδες στις επαρχίες ότι το κίνημα του Υψηλάντη είναι ολέθριο και αντιχριστιανικό (Γ. Κορδάτος).

Αλλά ο Γρηγόριος και οι υπόλοιποι δεσποτάδες δε σταμάτησαν εκεί. Εβγαλαν τρεις επιστολές, στις οποίες όχι μόνο καταδικάζουν τους δύο ηγέτες της Φιλικής Εταιρίας, αλλά ισχυρίστηκε ότι οι επί γης εξουσίες είναι θεόπεμπτες, σταλμένες από το θεό, κατά συνέπεια όποιος οργανώνει ανταρσία εναντίον τους διαπράττει μέγιστο αμάρτημα και είναι σα να κινείται εναντίον του θεού!

Θα μπορούσε, βέβαια, κάποιος να πει ότι ο Πατριάρχης ήταν «στο στόμα του λύκου» και γι' αυτό το λόγο έβγαλαν αυτές τις εγκυκλίους. Η απάντηση σε αυτό το «επιχείρημα» έρχεται από τον Γ. Κορδάτο: «Οι πραγματικοί πατριώτες που έχουν μεγάλα ηγετικά πόστα, θυσιάζονται σε τέτοιες στιγμές».

Τότε, για ποιο λόγο στις 10 Απρίλη του 1821 (Πάσχα) απαγχονίστηκε με διαταγή του Σουλτάνου ο Γρηγόριος Ε΄; Οπως μας πληροφορεί ο Γ. Κορδάτος, η ενέργεια αυτή ήταν ενταγμένη στο πλαίσιο των υπόγειων μαχών που δίνονταν μεταξύ Δεσποτάδων και Μητροπολιτών, που επωφθαλμιούσαν τον Πατριαρχικό θρόνο. Γράφει ο Γ. Κορδάτος: «Αν και ο Πατριάρχης Γρηγόριος αφόρισε τον Υψηλάντη και τους επαναστάτες και έστειλε εξάρχους στις επαρχίες με τους αφορισμούς και πανταχούσες σ' όλους τους Μητροπολίτες, προστάζοντας να διαβαστούν οι αφορισμοί, έπαψε να έχει την εμπιστοσύνη της τουρκικής κυβέρνησης γιατί βρέθηκαν Δεσποτάδες να τον συκοφαντήσουν ότι ήταν αρχηγός της Φιλικής Εταιρίας, άρα αρχισυνωμότης. Εκείνος που κατηγόρησε και συκοφάντησε τον Γρηγόριο ήταν ο Μητροπολίτης Πισίδας Ευγένιος».

Ο τελευταίος αγορεύτηκε ως νέος Πατριάρχης καθ' υπόδειξη του Σουλτάνου...

Ποιος ύψωσε το λάβαρο;

Ένας από τους μεγαλύτερους «μύθους», που έχει μείνει «ανεξίτηλος» στο πέρασμα των χρόνων είναι ότι ο Παλαιών Πατρών Γερμανός «ύψωσε το λάβαρο της Επανάστασης». Ωστόσο, όλοι οι ιστορικοί μελετητές και αναλυτές - ακόμη και οι αστοί - συνηγορούν πως κάτι τέτοιο είναι απόλυτα ανακριβές. Και όλοι καταμαρτυρούν πως ο Π. Π. Γερμανός όχι μόνο δεν κήρυξε την Επανάσταση, αλλά, αντιθέτως, «σύρθηκε σε αυτή», κάτω από την πίεση του ίδιου του λαού, αλλά και των ίδιων των γεγονότων.

Οι ηγέτες της Φιλικής Εταιρίας έστειλαν στο Μοριά, για να κάνει τον εκεί λαό κοινωνό της Επανάστασης, τον Παπαφλέσσα, ένα από τα πλέον ενεργητικά μέλη της ίδιας της Εταιρίας και ιερωμένο. Η επιλογή του, όπως μας πληροφορεί ο Γ. Κορδάτος στην «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας» (τόμος 10), έγινε για δύο λόγους: «Πρώτα ήταν κληρικός και το ράσο έκρυβε εκείνον τον καιρό πολλά, άνοιγε τις πόρτες των φτωχών και πλουσίων και δεν έδινε υποψίες στους Τούρκους. Δεύτερο ο Παπαφλέσσας είχε πολλά προσόντα. Είχε καλή μόρφωση, δεν ήταν Ιησουίτης, η γλώσσα του έκοβε και ήταν ατρόμητος».

Από την άλλη, ο Δεσπότης Π. Π. Γερμανός δεν ήταν καν έμπιστος της Εταιρίας, αν και μέλος της, αφού σύμφωνα πάλι με τον Κορδάτο (στο ίδιο) «ο Γερμανός μυήθηκε από τον απόστολο της Φιλικής Εταιρίας Αν. Πελοπίδα. Αν και ο Πελοπίδας είχε αυστηρή διαταγή να μην πλησιάσει τον Γερμανό γιατί θεωρούντανε ύποπτος, αυτός παράκουσε, πήγε και τον αντάμωσε και λέγοντάς του πολλά ψέματα, πως τάχα ήταν ο τσάρος, ο Καποδίστριας και άλλοι πίσω από την Εταιρία, τον κατάφερε να γίνει μέλος. Ο Πελοπίδας παράκουσε γιατί ο Γερμανός είχε μεγάλο κύρος όχι μόνο στην Αχαΐα, αλλά και σ' όλη την Πελοπόννησο».

Το Γενάρη του '21 ο Παπαφλέσσας φτάνει στην Πελοπόννησο. «Οι τρανοί προεστοί και ο Δεσπότης Παλαιών Πατρών Γερμανός, που ήταν από καιρό μυημένος στην Εταιρία, άμα έμαθαν τον ερχομό του Παπαφλέσσα δεν ήξεραν τι να κάνουν. Επεσαν λοιπόν του πεθαμού» (Γ. Κορδάτος, στο ίδιο). Λίγες μέρες αργότερα στη Βοστίτζα (Αίγιο) έγινε μια συνάντηση μεταξύ των προυχόντων, του Π. Π. Γερμανού και του Παπαφλέσσα, όπου για μια ακόμη φορά φαίνεται ο αντιδραστικός ρόλος του Δεσπότη. Εκεί ο Φλέσσας τους ενημερώνει πως όλα είναι έτοιμα για να αρχίσει η Επανάσταση. Προύχοντες και Γερμανός αντιδρούν. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής («Απομνημονεύματα Φωτάκου», «Απομνημονεύματα Γερμανού», Φραντζή «Επίτομ. Ιστορία Αναγεν. Ελλάδος» κλπ.), εκτυλίχτηκε διάλογος στον οποίο ο Γερμανός αποκαλεί τον Παπαφλέσσα απατεώνα, εξωλέστατο και μιαρό.

Και ο Γ. Καρανικόλας στο έργο «Ρασοφόροι», αφού παίρνει υπόψη τα παραπάνω ιστορικά γεγονότα, καταλήγει: «Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός δεν κήρυξε την Επανάσταση. Σύρθηκε στην Επανάσταση, γιατί δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, φοβούμενος μη χάσει το κεφάλι του».

Αντίστοιχη είναι και η θέση που διατυπώνει ο Β. Κρεμμυδάς, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, διευθυντής των «Αρχείων Πρωθυπουργού», ο οποίος με άρθρο στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (22.3.2005) σημειώνει: «Η σημερινή ηγεσία της Εκκλησίας δεν επιμένει να αναδείξει πρωτεύοντα ρόλο τής πριν από σχεδόν διακόσια χρόνια προκατόχου της, πολύ περισσότερο που ο μόνος με πρωταγωνιστικό ρόλο ιερωμένος παραήταν επαναστάτης». Και συνεχίζει: «Επρεπε λοιπόν να εξαφανιστεί από την κατά την Εκκλησία εθνική Ιστορία ο Παπαφλέσσας και να εφευρεθεί ρόλος που τη βόλευε. Προκειμένου να συνδεθεί η Εκκλησία με το Εθνος κατασκευάστηκε ένας από τους πιο ανθεκτικούς ιστορικούς μύθους: Ο επίσκοπος Π. Πατρών Γερμανός ύψωσε το λάβαρο-σημαία της Επανάστασης στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, κήρυξε δηλαδή την ελευθερία του Εθνους, την κήρυξε η Εκκλησία».

Ο ίδιος φέρνει στο φως της δημοσιότητας «ένα άγνωστο έως τώρα τεκμήριο», το οποίο «δείχνει καθαρά πώς κατασκευάστηκαν οι ιστορικοί μύθοι από την Εκκλησία». Και συνεχίζει: «Τον Μάιο του 1889 ένας πρωτοσύγκελος βεβαίωσε ότι ο Π. Π. Γερμανών ευλόγησε τα όπλα, ύψωσε τη σημαία και "ανεκήρυξε την ανεξαρτησίαν της πατρίδος". Ο εν λόγω πρωτοσύγκελος - αναφέρει παρακάτω - είχε γεννηθεί το 1797, ήταν δηλαδή το 1821 24 ετών, το 1889 όμως ήταν 92 ετών. Εχουμε λοιπόν, κάποιον, ο οποίος σε ηλικία 92 ετών θυμόταν με απίστευτες λεπτομέρειες - και βεβαίωνε επισήμως - γεγονότα που απείχαν 68 χρόνια!».

Αν σε όλα αυτά, προσθέσουμε και το πλέον αδιάσειστο στοιχείο ότι η Επανάσταση ξεκίνησε πολύ νωρίτερα - ήδη στις 23 Μαρτίου η Καλαμάτα ήταν ελεύθερη «από τα ένοπλα τμήματα των Μανιατών με τον Πετρόμπεη, Αναγνωσταρά, Κολοκοτρώνη, Παπαφλέσσα» (Γ. Καρανικόλα, στο ίδιο) - αντιλαμβανόμαστε πως το λάβαρο της Επανάστασης είχε υψωθεί πολύ νωρίτερα και όχι, φυσικά, από τον Π. Π. Γερμανό...

Αυτά συνέβησαν τότε. Αλλά και αργότερα η εκκλησία - για να έρθουμε σε ποιο κοντινά μας χρόνια - αναθεμάτισε και το Βενιζέλο και συμμετείχε ενεργά στη δικτατορία του Μεταξά... Ας δούμε όμως τι συνέβη τον καιρό της Γερμανικής κατοχής στη χώρα μας. Κατ΄ αρχάς ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος της εποχής, ο Δαμασκηνός, ανέβηκε στο θρόνο του λόγω της εκλεκτικής του σχέσης με την κατοχική "κυβέρνηση" του Τσολάκογλου. Μάλιστα σε επιστολή του προς τον Τσολάκογλου (και αφού είχε με τη βοήθεια του τελευταίου καταλάβει την Αρχιεπισκοπή) ο Δαμασκηνός χαρακτήριζε τη συνθηκολόγηση με τους κατακτητές σαν "μέτρον ανάγκης"...

Στα χρόνια του εμφυλίου, αλλά και κατοπινά, η εκκλησία δηλώνει πάντα πίστη στας "εθνικάς" δυνάμεις της πολιτικής ζωής του τόπου και επομένως οι εγκύκλιοι της Ιεράς Συνόδου που καταδικάζουν τον απελευθερωτικό αγώνα και τους αριστερούς, είναι στην ημερήσια διάταξη. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετά χρόνια αργότερα, το 1984, το ένα τρίτο των μελών της Ιεράς Συνόδου είχε προϋπηρεσία στο στρατό κατά την περίοδο του Εμφυλίου! Ορισμένοι μάλιστα από τους αρχιμανδρίτες εκείνης της εποχής, που αργότερα έγιναν ισχυροί μητροπολίτες, εκτός των άλλων υπηρέτησαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Μακρόνησο.

Η επίσημη εκκλησία υπήρξε, όμως, ανέκαθεν και κήρυκας του σκοταδισμού και στον τομέα της σκέψης, πολύ δε περισσότερο της δράσης, όσον αφορά την κατοχύρωση προοδευτικών μέτρων στο χώρο της εκπαίδευσης (άλλωστε οι μαθητές το 1999 ήταν οι τελευταίοι που έμαθαν τι σημαίνει να "αποκηρύσσει" τον αγώνα τους η εκκλησία, όπως συνέβη με τις δηλώσεις του κυρίου Χριστόδουλου). Έτσι πνευματικοί άνθρωποι της χώρας μας βρέθηκαν κατά καιρούς στο στόχαστρο της εκκλησίας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση με τους "μαλλιαρούς"-δημοτικιστές. Τότε με παρέμβαση της Ιεράς Συνόδου τον Ιούλη του 1925 για να αντιμετωπιστούν οι "άθεοι" δημοτικιστές το κράτος απομακρύνει το Γενάρη του 1926 από τις θέσεις τους τούς "επικίνδυνους" για την πνευματική υγεία των παιδιών μας τους εκπαιδευτικούς Γληνό, Ιορδανίδη, Δελμούζο, Ρόζα Ιμβριώτη, Παπαμαύρο και Κώστα Βάρναλη. Επιπλέον το κράτος καταργεί και την Παιδαγωγική Ακαδημία.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1954, στο στόχαστρο της Ιεράς Συνόδου μπαίνει και ο Καζαντζάκης. Τα έργα του "Καπετάν Μιχάλης" και "Ο τελευταίος Πειρασμός" προκαλούν τη μήνιν του ιερατείου. Η Ιερά Σύνοδος ζητά από το Πατριαρχείο να αφορίσει τα βιβλία, αλλά ο σάλος που προκαλείται αποσοβεί μια τέτοια εξέλιξη. Είναι προφανές ότι το νήμα που συνδέει εκείνους που αφόρισαν το Λασκαράτο, που κυνήγησαν το Γληνό, το Βάρναλη και τον Καζαντζάκη, είναι το ίδιο νήμα που ένωσε τον Χριστόδουλο με τους αφρίζοντες "χριστιανούς" της "λαοσύναξης" της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας...

ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΩΝ

Το ρόλο που έπαιξε η εκκλησία στην περίοδο της χούντας του "Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών" τον γνωρίζουν άπαντες. Ο Μητροπολίτης Κυθήρων Μελέτιος μας έδωσε τότε μια σαφή εικόνα της στάσης της εκκλησίας απέναντι στο δικτατορικό καθεστώς: "Οι αγώνες ημών υπήρξαν μακροί, σταθεροί και πιστοί. Εδικαιώθημεν! Ηλθεν η Επανάστασης της 21ης Απριλίου 1967, ως από μηχανής Θεός. Επεζητούμεν μίαν τοιαύτην μεταβολήν. Ηπλωσεν ο Θεός την χείρα του. Εφθασεν αληθώς Σωτήρ εις την κατάλληλον στιγμήν"! Ποιος δεν θυμάται τον πνευματικό πατέρα του μακαριστού Χριστόδουλου (όταν διάβαζε και δεν πρόσεξε ότι είχαμε χούντα), τον Ιερώνυμο και τα πάρε δώσε με τους πραξικοπηματίες; Όμως ο ίδιος ο Χριστόδουλος την περίοδο εκείνη αρθρογραφούσε στον "Ελεύθερο Κόσμο" του Κωνσταντόπουλου, τη γνωστή φασιστική φυλλάδα και υπήρξε μέλος της "Ζωής" ενός παραθρησκευτικού σωματείου που στέλεχός της ήταν ο Ιερώνυμος, ο πρωθιερέας της Φρειδερίκης και εκλεκτός της χούντας των συνταγματαρχών. Φίλος και "εν Θεώ αδελφός" ο Χριστόδουλος τότε και με τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, Παρασκευόπουλο που "άφησε εποχή" με την περίφημη προσφώνησή του στη Δέσποινα Παπαδοπούλου, τη γυναίκα του δικτάτορα, που την παρομοίαζε με την... Παναγία!

Ο κοινωνικός χαρακτήρας της Επανάστασης του 1821

Σε κάθε ιστορική εποχή, μια κοινωνική τάξη προβάλλει ως πρωτοπόρα, αποτελώντας την ηγέτιδα δύναμη – μοχλό της κοινωνικής προόδου. Την περίοδο που εξετάζουμε, ο ρόλος αυτός ανήκε στην αστική τάξη, η οποία διαμορφώθηκε και αναπτύχθηκε στα πλαίσια του φεουδαρχικού συστήματος. Σε μια μακρόχρονη πορεία, οι φεουδαρχικές σχέσεις παραγωγής έγιναν εμπόδιο για την περαιτέρω ανάπτυξη των νέων παραγωγικών δυνάμεων, των καπιταλιστικών. Επρεπε, λοιπόν, να σπάσουν. Και έσπασαν, με τη νίκη των αστικών επαναστάσεων, οι οποίες συνέτριψαν τη φεουδαρχική εξουσία και συγκρότησαν τα αστικά έθνη – κράτη.
Η ελληνική επανάσταση του 1821 δε διέφερε ως προς αυτό, από τις αντίστοιχες επαναστάσεις και κινήματα που σημειώθηκαν σε μια σειρά χώρες το ίδιο διάστημα. Βεβαίως, πραγματοποιήθηκε σε συνθήκες οθωμανικής κατάκτησης, με ηγετική δύναμη την ελληνόφωνη χριστιανική αστική τάξη. Ηταν, επομένως, εθνικοαπελευθερωτική στη μορφή και αστικοδημοκρατική στο περιεχόμενο.
Οπως σε όλες τις αστικές επαναστάσεις, έτσι και στην ελληνική του 1821, πήραν μέρος, ως κινητήριες δυνάμεις, οι πλατιές μάζες της αγροτιάς, καθώς και η μικρή ακόμα αριθμητικά εργατική τάξη (ναύτες, τεχνίτες, κ.ά.). Ο μαζικός λαϊκός ηρωισμός, ακόμα και μεταξύ των αμάχων, η συλλογική δράση που έλαβε όλες τις μορφές πάλης – και κυρίως την ένοπλη – η αυτοθυσία, σφράγισαν τον πολυετή αγώνα, αφήνοντας πίσω διαχρονικά διδάγματα.

Η άνοδος της αστικής τάξης

*
Ο 18οςαιώνας υπήρξε μια περίοδος, όπου η ελληνική αστική τάξη σημείωσε πρωτόγνωρη ανάπτυξη. Σε αυτό συνέβαλαν μια σειρά παράγοντες. Οι αλλαγές στο οθωμανικό καθεστώς γαιοχρησίας και η εξάπλωση του διεθνούς εμπορίου επέφεραν σημαντικές μεταβολές στο επίπεδο της αγροτικής οικονομίας, που, από κλειστή, άρχισε σιγά σιγά να γίνεται εμπορευματική. Το χρήμα έπαψε πια αποκλειστικά να αποθησαυρίζεται και άρχισε σταδιακά να κυκλοφορεί και να επενδύεται στο εμπόριο, στις τράπεζες, στη βιοτεχνία, κ.α.Η Συνθήκη του Κιουτσούκ – Καϊναρτζή (1774) και οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι (1793-1813) δημιούργησαν τις συνθήκες για ραγδαία ανάπτυξη και κερδοφορία του ελληνικού εμπορικού και ναυτιλιακού κεφαλαίου. Εκατοντάδες πλοία ναυπηγήθηκαν, εμπορικά δίκτυα εξαπλώθηκαν σε όλη την Ευρώπη, ενώ οι δραστηριότητες των Ελλήνων κεφαλαιούχων επεκτάθηκαν γρήγορα στους τομείς των τραπεζών και των ασφαλειών. Σημαντική υπήρξε, επίσης, η ανάπτυξη της βιοτεχνίας.
Κατά τα τέλη του 18ουαιώνα, η ελληνική αστική τάξη, πέραν της οικονομικής δύναμης, οπλίστηκε ακόμη με ιδεολογία και πολιτικό πρόγραμμα, που άντλησε από το Διαφωτισμό και τη Γαλλική Επανάσταση. Τα εμπορικά – βιοτεχνικά κέντρα των Ελλήνων αποτέλεσαν πνευματικά φυτώρια, όπου συντελέστηκε η εθνική αφύπνιση, μετατρέποντας το «χριστιανικό γένος των Ρωμαίων» σε «ελληνικό έθνος». Στην εθνική συνειδητοποίηση προστέθηκε σε μια πορεία και η επαναστατική ψυχολογία.
Ολη αυτή η κίνηση – απειλή για την παλαιά τάξη πραγμάτων – προκάλεσε την αντίδραση της επίσημης Εκκλησίας, η οποία καταδίκασε τα «αθεΐας λίμπερα» των Γάλλων, ζήτησε να καούν τα «ανίερα» βιβλία (όπως του Βολτέρου) και να αφοριστούν όσοι τα διάβαζαν. Λίγο πριν την Επανάσταση δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υποστήριζαν: «Ας αφήσουμε τα παιδιά του Μωάμεθ να αποτελειώσουν τα παιδιά του Ροβεσπιέρου.»2Ωστόσο, η δυναμική που απελευθέρωσε η αστική τάξη της Γαλλίας δεν κατέστη εφικτό να καταπνιγεί. Οπως υπογράμμισε ο ίδιος ο Θ. Κολοκοτρώνης, «η γαλλική επανάσταση και ο Ναπολέοντας, έκαμε, κατά την γνώμη μου, ν’ ανοίξουν τα μάτια του κόσμου.»3
Η ανερχόμενη αστική τάξη δεν υπήρξε μόνον ο κοινωνικός φορέας της εθνικής αφύπνισης – συνειδητοποίησης, αλλά και ο οργανωτής της επανάστασης, στην οποία προσέδωσε σαφές ιδεολογικοπολιτικό περιεχόμενο. Ο Ρήγας Φεραίος μέσα από τον Θούριο πρόβαλλε τόσο ένα απελευθερωτικό σχέδιο όσο και ένα πολιτικό πρόγραμμα. Εκεί, καθώς και στο έργο του Νέα Πολιτική Διοίκησις που ακολούθησε, καλούσε σε εξέγερση όλους τους λαούς της Βαλκανικής («Χριστιανούς και Τούρκους»), με σκοπό το γκρέμισμα της οθωμανικής κυριαρχίας και τη δημιουργία μιας Βαλκανικής ομοσπονδίας. Ο Ρήγας ήρθε σε επαφή με το Διευθυντήριο της Γαλλικής Επανάστασης, ίδρυσε μυστική Εταιρεία και ανέπτυξε δράση στα εμποροβιοτεχνικά κέντρα των Ελλήνων, στον ελλαδικό χώρο και τα Βαλκάνια.

Η σύσταση συνωμοτικών οργανώσεων με ταξικούς – εθνικοαπελευθερωτικούς σκοπούς υπήρξε συνήθης πρακτική για τα αντίστοιχα κινήματα της εποχής. Εκτός από την Εταιρεία του Ρήγα, συγκροτήθηκαν τα επόμενα χρόνια μια σειρά οργανώσεις, όπως η Εταιρεία των Πέντε, το Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον (Παρίσι 1809), η Φιλόμουσος Εταιρεία (Αθήνα 1813) και, βεβαίως, η Φιλική Εταιρεία (Οδησσός 1814). Η τελευταία υπήρξε σαφώς η πιο σημαντική, τόσο από την άποψη της μαζικότητας, όσο και της μαχητικότητας, αλλά και του ρόλου τον οποίο έπαιξε.Στον πυρήνα της Φιλικής Εταιρείας (ΦΕ) ήταν η αστική τάξη. Στις γραμμές της εντάχθηκαν πολλοί σημαίνοντες έμποροι και τραπεζίτες (όπως οι Α. Κροκίδας ή ο Εμμ. Παππάς αντίστοιχα), εφοπλιστές (όπως οι Κουντουριώτης και Μεξής), κ.ο.κ. Η οργάνωση, η δομή και οι αρχές λειτουργίες της ΦΕ αντλούσαν από την αντίστοιχη ευρωπαϊκή εμπειρία, ιδιαίτερα της καρμποναρίας.
Στη συνέχεια μυήθηκαν στη ΦΕ και κοτζαμπάσηδες (όπως οι Π. Μαυρομιχάλης και Λόντος, οι Ρούφοι και οι Ζαΐμηδες), Φαναριώτες (όπως οι Μαυροκορδάτος, Νέγρης Νούτσος και Φιράρης) και ανώτεροι κληρικοί (όπως οι Α. Γαζής, Παλαιών Πατρών Γερμανός και Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας). Οι δυνάμεις αυτές δεν υπήρξαν ομοιογενείς, δημιουργώντας συχνά αντιθέσεις και τριβές στους κόλπους της Φιλικής, ενώ η στάση τους στην Επανάσταση ποίκιλλε. Τέλος, ενόψει της ταυτόχρονης κήρυξης της Επανάστασης στα Βαλκάνια εντάχθηκαν στη ΦΕ πολλοί Σέρβοι, Βούλγαροι, Μολδαβοί και Βλάχοι. Το 1819-1820 άρχισαν να στρατολογούνται στο Μοριά και μέλη από τις λαϊκές τάξεις.

Παραμονές του 1821, ο μηχανισμός της Φιλικής κινητοποιήθηκε για την έκρηξη της Επανάστασης. Στην Πελοπόννησο, όπου θα δινόταν βάρος λόγω της ύπαρξης συμπαγούς ελληνικού πληθυσμού και της έλλειψης σημαντικών οθωμανικών δυνάμεων (οι οποίες είχαν δεσμευτεί για την αντιμετώπιση του Αλή πασά των Ιωαννίνων), στάλθηκαν οι Παπαφλέσσας και Αναγνωσταράς. Στις 22 Φεβρουαρίου 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης (αρχηγός της ΦΕ) πέρασε τα σύνορα της Ρωσίας με την οθωμανική αυτοκρατορία κηρύσσοντας στη Μολδαβία την Επανάσταση.

Το διεθνές πλαίσιο
Η Επανάσταση του 1821 εκδηλώθηκε όταν στη Γαλλία είχε ήδη ηττηθεί ο Ναπολέων (1815) και στην Ευρώπη είχε συγκροτηθεί η Ιερά Συμμαχία, η οποία αντιμετώπιζε με καχυποψία έως και ανοιχτή καταστολή όλα τα ανάλογα πολιτικά – επαναστατικά κινήματα της εποχής (στη Νεάπολη, στη Σικελία, στο Πεδεμόντιο, στη Μαδρίτη, στη Λισαβόνα, κ.α.).
Πολλοί εκ των πρωταγωνιστών των εθνικών – αστικοδημοκρατικών αυτών κινημάτων κατέφυγαν διωκόμενοι στην επαναστατημένη Ελλάδα, λαμβάνοντας ενεργό μέρος στον Αγώνα. Τα φιλελληνικά «κομιτάτα» που εμφανίστηκαν σε μια σειρά χώρες έδρασαν όχι μόνον ως πόλοι συγκέντρωσης χρημάτων και εθελοντών για την επαναστατημένη Ελλάδα, αλλά και ως «βιτρίνες» για τη διεξαγωγή της αστικοδημοκρατικής προπαγάνδας στις ίδιες, σε μια περίοδο έντονων πολιτικών διώξεων.
Η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων δεν υπήρξε ενιαία. Οι αντιθέσεις και η διαπάλη που αναπτύχθηκε μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, και που εκφράστηκε με τη διαφορετική στρατηγική της κάθε μιας στο λεγόμενο Ανατολικό Ζήτημα, επέδρασαν σημαντικά – κάποια στιγμή αποφασιστικά – στην τελική έκβαση του ελληνικού ζητήματος. Επέδρασαν, όμως, άμεσα και στα διάφορα τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης, αναφορικά με τη στάση τους απέναντι στην Επανάσταση.

*

Κοινωνικές δυνάμεις και Επανάσταση
Η Εκκλησία: Ως επικεφαλής του μιλιέτ των Ρουμ η Εκκλησία κατέστη αναπόσπαστο τμήμα των οθωμανικών φεουδαρχικών δομών εξουσίας, επιφορτισμένη με συγκεκριμένα διοικητικά καθήκοντα, εξουσίες και αρμοδιότητες. Αναπτύσσοντας ιστορικά και σε μια πορεία σημαντικούς δεσμούς με το εμπορικό κεφάλαιο, εξελίχθηκε η ίδια σε οικονομική δύναμη. Μεταξύ άλλων, ήταν υπεύθυνη και για τη διατήρηση της ευταξίας στους υπ’ ευθύνη της πληθυσμούς. Ετσι, το Πατριαρχείο αρχικά, όχι μόνο δεν ευνόησε, αλλά καταδίκασε και κατέστειλε κάθε απελευθερωτική ιδέα ή κίνηση.
Προς το σκοπό αυτό επιστράτευσε επανειλημμένα το όπλο του αφορισμού: Για τους συμμετέχοντες στα Ορλωφικά (και την παρεπόμενη εξόντωση των κλεφτών του Μοριά), για τις εξεγέρσεις του 1807, του 1808, για την εξέγερση των Σουλιωτών κατά του Αλή Πασά των Ιωαννίνων και – βεβαίως – για την Επανάσταση του 1821.

Η αντεπαναστατική δραστηριότητα της επίσημης Εκκλησίας συνεχίστηκε και στη διάρκεια της Επανάστασης. Βεβαίως, η στάση στις γραμμές της γενικά δεν υπήρξε ενιαία. Σημαντικό μέρος, κυρίως του κατώτερου κλήρου, δε συντάχθηκε με τη γραμμή του Πατριαρχείου, μετέχοντας ενεργά στην Επανάσταση. Μαζί τους και μια σειρά μεσαίοι ή ανώτεροι κληρικοί, όπως οι Φιλικοί Ανθιμος Γαζής και Γρηγόριος (Δίκαιος) Παπαφλέσσας, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, κ.ά.Οι Φαναριώτες: Πρόκειται για πρώην ευγενείς του Βυζαντίου που απέκτησαν σημαντικό πλούτο μέσω του εμπορίου, ενώ αναρριχήθηκαν σε υψηλά πόστα της οθωμανικής διοίκησης (Μεγάλου Δραγουμάνου της Πύλης, Δραγουμάνου του Στόλου και Ηγεμόνα της Βλαχίας και Μολδαβίας). Η στάση τους απέναντι στην Επανάσταση επίσης δεν ήταν ενιαία. Ορισμένοι υιοθετούσαν την προοπτική της ένοπλης εξέγερσης και συγκρότησης ενός ανεξάρτητου αστικού κράτους. Οι περισσότεροι, όμως, υποστήριζαν μια πολιτική «εκ των έσω διάβρωσης» της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπου η ελληνική αστική τάξη θα κυριαρχούσε σταδιακά οικονομικά και πολιτικά.
Οι Φαναριώτες – μέλη της Φιλικής Εταιρείας, όπως οι Α. Μαυροκορδάτος και Θ. Νέγρης, που έλαβαν ενεργό μέρος στην Επανάσταση, κλήθηκαν στη συγκρότηση των πρώτων πολιτειακών θεσμών και μηχανισμών διοίκησης, συνδράμοντας αποφασιστικά στον αστικοφιλελεύθερο χαρακτήρα τους.
Κλέφτες και αρματολοί: Οι κλέφτες ήταν κυρίως πρώην αγρότες ή κτηνοτρόφοι, οι οποίοι, είτε λόγω της φτώχειας είτε από αντίθεση στις οθωμανικές αρχές και τους κοτζαμπάσηδες (χριστιανούς και μουσουλμάνους), κατέφευγαν στην παρανομία, στο βουνό, μακριά από την κατασταλτική δυνατότητα των οργάνων της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι αρματολοί ήταν κλέφτες που αμνηστεύονταν και επανεντάσσονταν στην οθωμανική νομιμότητα, επιφορτιζόμενοι με την τήρηση της τάξης σε συγκεκριμένες περιοχές.Η διατάραξη των υφιστάμενων κοινωνικών ισορροπιών – συσχετισμών και οι δυναμικές που αναπτύχθηκαν με την Επανάσταση, άνοιξαν νέες προοπτικές για τους ενόπλους, οι οποίοι διεκδίκησαν την απεξάρτησή τους από πρότερες δεσμεύσεις εξουσίας (π.χ. τους προκρίτους), διεκδικώντας αυτόνομη πολιτική παρουσία και ρόλο. Στον απεγκλωβισμό τους αυτό, συνέβαλε τα μέγιστα η αρχική τους στοίχιση με τα πιο ριζοσπαστικά τμήματα της αστικής τάξης, την ΦΕ και τον Υψηλάντη. Εν συνεχεία, η συγκρότηση συγκεντρωτικών αστικών οργάνων που προωθούσαν οι τελευταίοι ήρθε σε αντίθεση με τα νεοαποκτηθέντα τοπικά προνόμιά τους, με αποτέλεσμα να διαταραχθούν οι προηγούμενες συμμαχίες και να διαμορφωθούν νέες.
Οι πρόκριτοι – εφοπλιστές των νησιών: Διακρίνονταν από τους προκρίτους της ηπειρωτικής Ελλάδας, αφού, αν και εκπλήρωναν παρόμοιες λειτουργίες στα πλαίσια του οθωμανικού αυτοδιοικητικού συστήματος, η οικονομική τους βάση ήταν πολύ διαφορετική. Αν και το εφοπλιστικό κεφάλαιο έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην προώθηση ενός αστικού τύπου κράτους, παραμονές της Επανάστασης υπήρξε εν μέρει επιφυλακτικό. Οι επιφυλάξεις αυτές οφείλονταν μεταξύ άλλων και στους δεσμούς που διατηρούσε με το αγγλικό κεφάλαιο (η Μ. Βρετανία ήταν τότε κατά της προσβολής της ακεραιότητας της οθωμανικής αυτοκρατορίας). Οι όποιες επιφυλάξεις – αντιδράσεις κάμφθηκαν ή καταργήθηκαν σύντομα με επαναστατική βία από ένα γενικότερο αστικοδημοκρατικό κίνημα, που αναπτύχθηκε στα νησιά αυτά και πριν την Επανάσταση ακόμα, καθώς και από την αλλαγή της βρετανικής πολιτικής απέναντι στην οθωμανική αυτοκρατορία.
Οι κοτζαμπάσηδες: Οι κοτζαμπάσηδες στελέχωναν το κατώτερο τμήμα της οθωμανικής διοικητικής ιεραρχίας. Μεταξύ άλλων, ήταν υπεύθυνοι για τη διαχείριση της κοινοτικής περιουσίας, για την απονομή δικαιοσύνης σε μια σειρά θέματα, για την είσπραξη των φόρων και βεβαίως για την καταστολή των χωρικών στις περιοχές υπ’ ευθύνη τους.Αν και προέρχονταν από τη φεουδαρχία, στα πλαίσια της ιστορικής της αποσύνθεσης, οι κοτζαμπάσηδες σταδιακά αστικοποιούνταν. Η είσπραξη των φόρων, μία από τις κύριες λειτουργίες τους και στοιχείο εμπορευματοχρηματικών σχέσεων, υπήρξε βασικός παράγοντας στην τελική μετάλλαξη – αστικοποίησή τους.
Την εξέλιξή τους αυτή αντανακλά η διφορούμενη στάση τους απέναντι στην Επανάσταση. Από τη μια διέθεταν προνόμια και καθήκοντα συνυφασμένα με το υπάρχον οθωμανικό καθεστώς. Από την άλλη είχαν υλικό συμφέρον για την ανατροπή του. Ετσι, άλλοι εντάχθηκαν στις γραμμές της Φιλικής, άλλοι κράτησαν στάση επιφυλακτική και άλλοι τάχθηκαν εναντίον. Από τη στιγμή της έκρηξης της Επανάστασης, κάποιοι κοτζαμπάσηδες συμπαρατάχτηκαν με τους εμπόρους, τους εφοπλιστές, κ.λπ., ενώ άλλοι βρέθηκαν σε αντιπαράθεση με αυτούς, σε μια προσπάθεια να επικρατήσουν ως η ηγεμονική μερίδα της αστικής τάξης. Η σύγκρουση για τον έλεγχο των επαναστατικών διεργασιών και οργάνων υπήρξε σφοδρότατη.

Η εξέλιξη της Επανάστασης
Η σύγκρουση αυτή εκφράστηκε τόσο στο επίπεδο διαμόρφωσης των νέων επαναστατικών δομών και θεσμών (συντάγματα, διοίκηση, κ.λπ.), όσο και στη διαπάλη για την εξουσία, που δεν άργησε μάλιστα να λάβει και ένοπλη μορφή (οι λεγόμενοι «εμφύλιοι»).
Το Προσωρινόν Πολίτευμα (Σύνταγμα) της Επιδαύρου που ψηφίστηκε στην Α’ Εθνοσυνέλευση (Δεκέμβρης 1821) αποτέλεσε μια σύνθεση ιδεών και αρχών, επηρεασμένων από τα αντίστοιχα επαναστατικά Συντάγματα της Αμερικής (1787) και της Γαλλίας (1793 και 1795).
Αντλώντας από την ιδεολογικοπολιτική δεξαμενή της επαναστατημένης αστικής τάξης και του Διαφωτισμού, το νέο Σύνταγμα προέβλεπε: Τη διάκριση των εξουσιών (Βουλευτικό – Εκτελεστικό), την ανεξιθρησκία, την τυπική ισονομία, την κατοχύρωση των ατομικών, πολιτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, την εισαγωγή καθολικού συστήματος αντιπροσώπευσης και βεβαίως την κατάργηση των όποιων τοπικών – ταξικών προνομίων. Ετσι, τέθηκαν οι βάσεις για τη δημιουργία ενός αστικού κράτους. Οι πολιτικές εξουσίες (και κάποιες από τις οικονομικές) που απολάμβανε μέχρι πρότινος η Εκκλησία στα πλαίσια του φεουδαρχικού συστήματος καταργούνταν ή περιορίζονταν σημαντικά. Η αποδυνάμωση των τοπικών – περιφερειακών διοικήσεων και η μεταφορά των βασικών τους αρμοδιοτήτων στην κεντρική εξουσία, σήμαινε και αντίστοιχη αποδυνάμωση των τοπικών εξουσιών πάνω στις οποίες εδραζόταν μέχρι τότε η πολιτική δύναμη των κοτζαμπάσηδων. Οι βασικές αυτές αρχές επιβεβαιώθηκαν και στις επόμενες Εθνοσυνελεύσεις (Β’ του Αστρους, 1823 και Γ’ της Τροιζήνας, 1827).Η διαπάλη, που αρχικά εκφράστηκε σε πολιτικό επίπεδο, οδήγησε γρήγορα στη διάσπαση της κεντρικής Διοίκησης και τη δημιουργία δύο χωριστών κυβερνήσεων: Της Τρίπολης (κοτζαμπάσηδες – Κολοκοτρώνης) και του Κρανιδίου (Υδραίοι, Μαυροκορδάτος, Κωλέττης και οι κοτζαμπάσηδες Λόντος και Ζαΐμης). Σύντομα, οι αντιθέσεις αυτές έλαβαν και ένοπλη μορφή.
Γνωρίζοντας πως το δάνειο από τη Μ. Βρετανία είχε ήδη εγκριθεί, η κυβέρνηση του Κρανιδίου έδρασε αποφασιστικά. Επιτέθηκε σε όλα τα στρατηγικά σημεία που έλεγχε η άλλη πλευρά, κατέλαβε την Ακροκόρινθο, ενώ έθεσε σε πολιορκία Ναύπλιο και Τρίπολη. Δίχως προοπτική άμεσης επικράτησης της μίας ή της άλλης μεριάς, η πρώτη φάση του «εμφυλίου» (α’ εξάμηνο του 1824) έληξε με συμβιβασμό, σαφώς όμως υπέρ της κυβέρνησης του Κρανιδίου. Οι «στασιαστές» αμνηστεύτηκαν, αποκλείστηκαν όμως από τα όργανα της κεντρικής διοίκησης.
Βεβαίως, οι προσωρινά ηττημένοι κοτζαμπάσηδες δεν προτίθεντο εύκολα να καταθέσουν τα όπλα. Οταν στις εκλογές της 3ης Οκτωβρίου 1824 για το Βουλευτικό – Εκτελεστικό δεν κατάφεραν και πάλι να συγκεντρώσουν την πλειοψηφία, άρχισαν να προσανατολίζονται ξανά προς την ένοπλη σύγκρουση: Κάτι που το επιδίωκε εξίσου και η άλλη πλευρά, ώστε να λύσει οριστικά το ζήτημα της μορφής άσκησης της εξουσίας. Ξεκίνησε λοιπόν η δεύτερη φάση του «εμφυλίου», που επικεντρώθηκε κυρίως στην Τρίπολη και έληξε στα τέλη του 1824 με ήττα των κοτζαμπάσηδων και τη φυγή τους εκτός Πελοποννήσου.
Τόσο οι ενδοαστικές συγκρούσεις, όσο και οι αλλεπάλληλες στρατιωτικές ήττες τα επόμενα χρόνια (1825-1827) ευνόησαν τις δυνάμεις εκείνες που ζητούσαν περιορισμό των χρονοβόρων κοινοβουλευτικών διαδικασιών και περισσότερο συγκεντρωτική διακυβέρνηση, στα πρότυπα μιας συνταγματικής μοναρχίας.
Σε μια περίοδο, λοιπόν, έντονων πολιτικών ζυμώσεων πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά και η οργάνωση των αντιτιθέμενων συμφερόντων σε κόμματα: Το Αγγλικό, το Γαλλικό και το Ρωσικό. Η ονομασία τους, που παραπέμπει στις αντίστοιχες «προστάτιδες Δυνάμεις», δεν υποδηλώνει εξάρτηση (όπως μονοσήμαντα και ισοπεδωτικά έχει ειπωθεί στο παρελθόν), αλλά τμήματα αστικά προσκείμενα από άποψη συμφερόντων σε κάποιο ισχυρό κράτος.
Οδεύοντας προς τη Γ’ Εθνοσυνέλευση, το ζήτημα που βρέθηκε στο επίκεντρο της πολιτικής διαπάλης ήταν η αναζήτηση διεξόδου στο τέλμα των στρατιωτικών επιχειρήσεων (κυριαρχία Ιμπραήμ στη Πελοπόννησο, πτώση Μεσολογγίου, κ.λπ.), μέσω της εξασφάλισης κάποιας διεθνούς διαμεσολάβησης – προστασίας ή την εκλογή ξένου μονάρχη. Στην κατεύθυνση αυτή κινήθηκαν όλα τα κόμματα. Την πρωτοβουλία ανέλαβαν από τα μέσα του 1825 οι «αγγλόφιλοι» με τη λεγόμενη Αίτηση προστασίαςΠράξη υποταγής). Η Γ’ Εθνοσυνέλευση ψήφισε τον Ι. Καποδίστρια ως κυβερνήτη της Ελλάδος.
Το καλοκαίρι του 1827, η πορεία της Επανάστασης φαινόταν καταδικασμένη. Η πορεία αυτή ανατράπηκε από μια σειρά παρεμβάσεις του διεθνούς παράγοντα. Το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης (1826) και η Συνθήκη του Λονδίνου (1827), η ναυμαχία του Ναβαρίνου (Οκτώβρης 1827), ο ρωσοτουρκικός πόλεμος (1828-1829) και η αποστολή γαλλικού εκστρατευτικού σώματος κατά του Ιμπραήμ στο Μοριά (Ιούλιος 1828) υπήρξαν γεγονότα – σταθμοί ενόψει της αναγνώρισης της Ελλάδας ως ανεξάρτητου κράτους (Πρωτόκολλο του Λονδίνου, 3 Φεβρουαρίου 1830). Βασικός όρος της ανεξαρτησίας των Ελλήνων υπήρξε η μορφή του πολιτεύματος, το οποίο όφειλε να είναι μοναρχικό.
Τον Ιανουάριο του 1828 αφίχθη στην επαναστατημένη Ελλάδα ο Ι. Καποδίστριας. Ο νέος κυβερνήτης προέβη άμεσα στη συγκέντρωση όλων των εξουσιών, γνωρίζοντας πως για να εφαρμοστούν οι αναγκαίες αστικές μεταρρυθμίσεις και να στερεωθεί το αστικό κράτος απαιτούνταν άμεσες κινήσεις, απαλλαγμένες από χρονοβόρες κοινοβουλευτικές διαδικασίες, επιβαλλόμενες με πειθώ ή και αυταρχισμό – όπου και όποτε αυτό κρινόταν αναγκαίο.
Οι αποκλεισμένοι από την εξουσία συσπειρώθηκαν και ανασυντάχθηκαν συγκροτώντας το μέτωπο των «συνταγματικών» με κέντρο την Υδρα. Η ένοπλη σύγκρουση δεν άργησε και γρήγορα γενικεύτηκε. Συνεχίστηκε δε και μετά τη δολοφονία του Ι. Καποδίστρια στις 9 Οκτωβρίου 1831, δίχως όμως μια από τις δύο πλευρές να μπορεί να επικρατήσει οριστικά επί της άλλης. Το 1832, λοιπόν, η κεντρική εξουσία είχε σχεδόν αποσυντεθεί ολοκληρωτικά, ενώ η ύπαιθρος στεκόταν ρημαγμένη από μια δεκαετία πολέμου και εχθροπραξιών.
Υπό αυτές τις συνθήκες στις 25 Ιανουαρίου 1833 αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο από τη βρετανική φρεγάτα Μαδαγασκάρη ο Οθωνας, υποσχόμενος να βάλει τέρμα στην «αναρχία» του παρελθόντος και εγκαθιδρύοντας – σύμφωνα πάντοτε με τους όρους των σχετικών διεθνών συνθηκών – καθεστώς απόλυτης μοναρχίας. Το ελληνικό αστικό κράτος άρχιζε να κάνει τα πρώτα του βήματα.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. Κασομούλης Ν., Ενθυμήματα στρατιωτικά, τ. Γ, 1942, σελ. 625-626.
2. Gazette de France, 7 Ιουλίου 1821, στο Μοσκώφ Κ., Ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης, 1988, εκδ. Καστανιώτη, σελ. 95-96.
3. Κολοκοτρώνης Θ., Διηγήσεις των συμβάντων της Ελληνικής Φυλής, 1889, Εστία, σελ. 49.
Το κείμενο είναι βασισμένο σε ομώνυμο άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ΚΟΜΕΠ, τ. 2, 2011.
ΤουΑναστάση ΓΚΙΚΑ



πηγή. πολιτικό καφενείο



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου