Τα παρακάτω ντοκουμέντα τεκμηριώνουν τον πολιτικό εκβιασμό όχι μόνο του τότε Πρωθυπουργού της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και του αείμνηστου Κωνσταντίνου Καραμανλή από τον Αντώνη Σαμαρά το 1992, ο οποίος είχε το θράσος να στέλνει «τελεσίγραφα» στον Κ. Καραμανλή, πράγμα που τόσο εύκολα λησμόνησαν αυτοί που δηλώνουν «καραμανλικοί», ορκίζονται στο όνομά του και υποτίθεται ότι τιμούν τη μνήμη του και είναι θεματοφύλακες της πολιτικής παράδοσής του.
1η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΑΜΑΡΑ ΠΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ
Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ
Αθήνα, 13 Μαρτίου 1992
«Αγαπητέ κύριε Πρόεδρε,
Προκειμένου να έχετε μια πλήρη εικόνα των προσφάτων εξελίξεων που έχουν σχέση με την υπόθεση των Σκοπίων, θεωρώ χρήσιμο να σημειώσω τα εξής:
Έχετε ασφαλώς πληροφορηθεί, ότι την Παρασκευή 6/3/92, συγκλήθηκε έκτακτη σύσκεψη υπό την προεδρία του κ. Πρωθυπουργού στην οποία μετείχαν ο Υπουργός των Εξωτερικών, καθώς και οι κ.κ. Μολυβιάτης, Τζούνης, Τσίλας, Αιλιανός και Καραγιάννης –μια σύσκεψη που έγινε με αφορμή την ξαφνική αμερικανική πρωτοβουλία για το Γιουγκοσλαβικό.
Δυστυχώς η συνάντηση αυτή δεν μπόρεσε να καταλήξει σε ομόφωνη στάση για την αντιμετώπιση της πρόκλησης των Σκοπίων. Και τούτο, διότι διατυπώθηκε σοβαρή διαφωνία απόψεων ως προς τον τελικό χειρισμό του προβλήματος μεταξύ του Υπουργού των Εξωτερικών και όσων άλλων πήραν το λόγο στη σύσκεψη.
Συγκεκριμένα, ο κ. Πρωθυπουργός επεσήμανε την απόλυτη ανάγκη ο Υπουργός των Εξωτερικών να έχει στη διάθεση του στις Βρυξέλλες εναλλακτική λύση και για την ελάχιστη ακόμα πιθανότητα, όπου η εξέλιξη της συζήτησης θα ανάγκαζε την Ελλάδα να τοποθετηθεί πάνω στη δυνατότητα συμβιβαστικής λύσης στην ονομασία της Δημοκρατίας των Σκοπίων.
Χαρακτηριστικά αναφέρθηκε από τον κ. Μητσοτάκη ότι κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την Κύπρο τον Αύγουστο του 1974, “Και τότε ο Γεώργιος Μαύρος δεν είχε ρητές εντολές και χάθηκε η Κύπρος”, παρατήρηση με την οποία συμφώνησε και ο παρευρισκόμενος κ. Μολυβιάτης.
Η άποψη, που αναπτύχθηκε από την πλειοψηφία των μετασχόντων για την ανάγκη ύπαρξης “δεύτερης γραμμής άμυνας” στο θέμα του ονόματος της Δημοκρατίας των Σκοπίων –που στην ουσία σημαίνει συμβιβασμό και υποχώρηση στο μέγα αυτό εθνικό θέμα– προσέκρουσε στην απόλυτη άρνηση του Υπουργού των Εξωτερικών να προσχωρήσει στην άποψη αυτή.
Θεωρώ, κύριε Πρόεδρε, ότι ορθώς αρνήθηκα τον συμβιβασμό στο θέμα του ονόματος. Γιατί είναι πράγματι αδιανόητο να ζητείται από τη χώρα μας, που κατήγγειλε τους πλαστογράφους, να συνυπογράψει την πλαστογραφία, επιτρέποντας έτσι στους Σκοπιανούς να νομιμοποιήσουν με ελληνική υπογραφή μια ξένη Ελλάδα. Και σας θυμίζω, κύριε Πρόεδρε, ότι εσείς ο ίδιος γράψατε προς τους Πρωθυπουργούς της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ότι η Δημοκρατία των Σκοπίων “δεν έχει απολύτως κανένα δικαίωμα ούτε ιστορικό, ούτε εθνολογικό για να χρησιμοποιεί το όνομα Μακεδονία”.
Σε τέτοια εκχώρηση δικαιώματος, όπως είπα και στα μέλη της σύσκεψης, ως Υπουργός των Εξωτερικών δεν πρόκειται να προβώ στο όνομα της οποιασδήποτε λογικής.
Κύριε Πρόεδρε, θα πληροφορηθήκατε ασφαλώς ότι στο τέλος της σύσκεψης αυτής και ενόψει των νέων δεδομένων στην υπόθεση των Σκοπίων (αμερικανική πρωτοβουλία και άποψη για πιθανότητα ανάγκης συμβιβασμού στο όνομα), θεώρησα χρέος μου να υπενθυμίσω τη δέσμευση της προηγούμενης συνάντησης των αρχηγών των κομμάτων για την επανασύγκλησή της υπό το φως των νέων εξελίξεων. Επανασύγκληση απολύτως αναγκαία, λόγω της επικείμενης σύσκεψης, στις Βρυξέλλες, των “12″ με τον κ. Baker.
Αντί όμως της νέας σύγκλησης, επελέγη η διαδικασία (χωρίς μάλιστα την παρουσία των δύο άλλων κομμάτων της Βουλής) των ξεχωριστών διαβουλεύσεων του πρέσβεως κ. Μολυβιάτη τόσο με εσάς, κύριε Πρόεδρε, όσο και με τον κ. Αρχηγό του ΠΑΣΟΚ, με στόχο να απαντηθεί το συγκεκριμένο ερώτημα, κατά πόσο δηλαδή οι δύο ηγέτες δέχονται ή απορρίπτουν τη χρήση ενός συμβιβαστικού προσδιορισμού, που θα περιείχε τη λέξη Μακεδονία ή κάποια παραλλαγή της, στην τελική διαμόρφωση του ονόματος της Δημοκρατίας των Σκοπίων.
Δυστυχώς τα όσα συνέβησαν δεν είχαν κανένα αντίκρυσμα. Και τούτο διότι ο κ. Μολυβιάτης δεν απεκόμισε τελικά καμία συγκεκριμένη άποψη επί του φλέγοντος θέματος του ονόματος ούτε από τον κ. Πρόεδρο της Δημοκρατίας ούτε από τον κ. Αρχηγό του ΠΑΣΟΚ.
Έτσι ο κ. Πρωθυπουργός αρκέστηκε στο να δώσει στον Υπουργό των Εξωτερικών ρητή εξουσιοδότηση να χειριστεί στις Βρυξέλλες κατά την κρίση του την όλη υπόθεση των Σκοπίων. Μάλιστα, ο κ. Πρωθυπουργός διαβεβαίωσε τον Υπουργό των Εξωτερικών ότι η προηγούμενη απόφαση της 18/2/92 δεσμεύει έτσι ή αλλιώς την πολιτική μας για την απόλυτο υπεράσπιση των τριών προϋποθέσεων για την αναγνώριση της Δημοκρατίας των Σκοπίων. Τη θέση αυτή διατύπωσε τηλεφωνικά προς τον Υπουργό των Εξωτερικών και ο κ. Μολυβιάτης.
Συνεπώς, κύριε Πρόεδρε, και παρά τη φαινομενική σύμπλευση των πάντων με τις επιλογές του υπουργείου του οποίου προΐσταμαι, στην ουσία μετέβην τη Δευτέρα 9/3/92 στις Βρυξέλλες για μια νέα διπλωματική αντιπαράθεση με την πλήρη γνώση ότι το θέμα του ονόματος στην Αθήνα παρέμενε ανοιχτό.
Κύριε Πρόεδρε, τα όσα συνέβησαν, στις 10/3/92 στις Βρυξέλλες, όπου, όπως ήδη γνωρίζετε, είχα ιδιαίτερες συνομιλίες με τους κ.κ. Genscher, Baker και Pinneiro, επιβεβαιώνουν τα όσα σας εξέθεσα παραπάνω για την ανάγκη αποδοχής ή απόρριψης της “δεύτερης γραμμής άμυνας”. Κατά συνέπεια θεωρώ αναγκαία –και γνωρίζω ότι συμφωνεί με την άποψη αυτή και ο κ. Πρωθυπουργός– την άμεση επανασύγκληση του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών υπό την Προεδρία σας, για τη διαμόρφωση οριστικής θέσης από το σύνολο της πολιτικής ηγεσίας για το μεγάλο εθνικό μας θέμα.
Πιστεύω, κύριε Πρόεδρε, ότι αν υιοθετηθεί η στάση του μη συμβιβασμού θα υπηρετηθεί κατά τον καλύτερο τρόπο το εθνικό συμφέρον. Αν πάλι κάτι τέτοιο δεν γίνει, αντιλαμβάνεστε ότι δεν μπορώ να είμαι εγώ εκείνος που θα εκπροσωπώ τη χώρα μας στις επικείμενες κρίσιμες συναντήσεις. Διότι θα κινδύνευε τότε να σημειωθεί το εξής παράλογο: ένας Υπουργός των Εξωτερικών να καλείται να υπερασπισθεί μια πολιτική, την ίδια ώρα που ο ίδιος ο Υπουργός την απορρίπτει ως ιστορικό λάθος μακράς διαρκείας, μια που αυτή η πολιτική θα μονιμοποιήσει κλίμα ρήξης και συνεχούς αστάθειας στο βόρειο περίγυρο της χώρας.
Με τιμή,
Αντώνης Κ. Σαμαράς»
Στο βιβλίο «Αθήνα-Σκόπια: Πίσω από τις κλειστές πόρτες», που προλογίζει ο Αντώνης Σαμαράς και είναι γραμμένο προφανώς σε συνεργασία μαζί του, αν όχι καθ’ υπαγόρευσίν του, από τον τότε σύμβουλό του Αλέξανδρο Τάρκα (εκδ. Λαβύρινθος, Αθήνα 1995), ο τελευταίος αφού παραθέτει την παραπάνω επιστολή σημειώνει σχετικά στη σ. 181:
«Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν πρέπει να φανταζόταν ότι ο Σαμαράς θα έκανε μια τόσο τολμηρή κίνηση. Μια κίνηση που την επέβαλε η κρισιμότητα των στιγμών και που ανάλογή της δεν είχε τολμήσει κανένας άλλος –συνεργάτης ή πολιτικός αντίπαλος του Καραμανλή– τουλάχιστον από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Γιατί, ασφαλώς, ο Σαμαράς εξιστορούσε από τη μια μεριά, τη διαφωνία με τον Πρωθυπουργό, αλλά και από την άλλη καυτηρίαζε εξίσου τη σιωπή του ιδίου του Καραμανλή. Ο Ανώτατος Άρχοντας δεν θ’ απαντήσει στην πρώτη αυτή επιστολή του Σαμαρά. Ο Πρωθυπουργός, επίσης, θα σιωπήσει».
2η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΑΜΑΡΑ ΠΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ
«Αγαπητέ κύριε Πρόεδρε,
Μετά τη χθεσινή προφορική ενημέρωση, που έκανα στον πρέσβυ κ. Μολυβιάτη σχετικά με τη συνάντηση που είχα με τον κ. Πινέιρο, σας στέλνω τα πρακτικά της συνομιλίας μας στις Βρυξέλλες, αλλά και τις δικές μου σκέψεις για το μεγάλο εθνικό θέμα που μας απασχολεί.
Με τιμή, Αντώνης Κ. Σαμαράς».
Μετά το παραπάνω διαβιβαστικό κείμενο η δεύτερη επιστολή Σαμαρά προς Καραμανλή ανέφερε τα ακόλουθα:
Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ
Αθήνα, 3/4/1992
«Αγαπητέ κύριε Πρόεδρε,
Το αποτέλεσμα της προχθεσινής συνάντησης μου με τον Πορτογάλο Υπουργό των Εξωτερικών καθιστά πλέον επιτακτικά αναγκαία την άμεση σύγκληση του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών, την οποία σας είχα ήδη και επισήμως ζητήσει με την από 13/3/92 επιστολή μου. Και όπως γνωρίζετε, στην αναγκαιότητα
αυτή είχα αναφερθεί σε επανειλημμένες τηλεφωνικές μου επικοινωνίες με τον Πρέσβυ κ. Μολυβιάτη.
Δεν θα σας μιλήσω για τον πολύτιμο χρόνο που χάθηκε, ώστε να εξασφαλισθεί το ετοιμοπόλεμο της ελληνικής διπλωματίας μπροστά στο μείζον εθνικό θέμα της ονομασίας της Δημοκρατίας των Σκοπίων. Είμαι όμως υποχρεωμένος να επισημάνω την αδυναμία αποφασιστικής δράσης του Υπουργού των Εξωτερικών επί πολλές μέρες, λόγω της μη ύπαρξης εθνικής θέσης, που βεβαίως θα εξασφάλιζε μια δική σας πρωτοβουλία σύγκλησης του Συμβουλίου Αρχηγών.
Με άλλα λόγια, κύριε Πρόεδρε, σας ζητώ με την παρέμβασή σας να διασφαλίσετε τη διαδικασία, ώστε η Ελλάδα να αποκτήσει επιτέλους θέση.
Ήδη, σε σημερινή επιστολή μου προς τον κ. Πρωθυπουργό, του υπενθυμίζω εκείνο που του είχα αναφέρει σε πρωθύστερη επιστολή μου από 17/3/92, ότι σε καμμία δηλαδή περίπτωση δεν θα μετέβαινα στο Λουξεμβούργο στις 6/4/92, χωρίς να έχω στο χαρτοφύλακα μου αποτυπωμένη τη σύμφωνη γνώμη των πολιτικών παραγόντων της χώρας. Η συνάντηση μου όμως με τον κ. Πινέιρο αλλάζει τα δεδομένα και δικαιολογεί την παρέκκλιση από την αρχική μου θέση μια που επιτρέπει να δω τη συνάντηση της Δευτέρας υπό διαφορετικό πρίσμα. Συγκεκριμένα, ο κ. Πινέιρο συμφώνησε με την άποψή μου ότι δεν μπορεί μέχρι τη Δευτέρα να υπάρξει συνολική τοποθέτηση της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας πάνω στα όσα η Πορτογαλική Προεδρία επρότεινε. Ως εκ τούτου, δεν προδιαγράφεται η πιθανότητα να ληφθεί στις 6/4 καμμία τελική απόφαση που θα με υποχρέωνε να βρεθώ στο Λουξεμβούργο μετέωρος με την προσωπική μου μόνο θέση την ώρα της κρίσιμης απόφασης. Επομένως, κύριε Πρόεδρε, θα μεταβώ στις 6/4/92 στο Λουξεμβούργο. Εκεί, θα προωθήσω με τον ίδιο τρόπο τις ίδιες θέσεις που υπεστήριξα μέχρι σήμερα. Όμως, απέναντι μου θα έχω συνομιλητές, που παρά την πιθανή συμπάθεια τους στην πατρίδα μας ή ακόμα και στο πρόσωπό μου, θα γνωρίζουν ότι εκφράζω μόνον ένα –ίσως μάλιστα και το μικρότερο– κομμάτι των θέσεων της πολιτικής ηγεσίας.
Κύριε Πρόεδρε,
Με τη νέα επιστολή μου στον Πρωθυπουργό προτείνω η σύγκληση του Συμβουλίου των Αρχηγών σε καμμία περίπτωση να μην καθυστερήσει πέραν της 11ης Απριλίου. Διότι, μέχρι την επόμενη κοινοτική συνάντηση, που πιθανώς να είναι η 1η Μαΐου, υπάρχει η χρονική ευχέρεια των 20 ημερών, ώστε ενωμένοι και με κοινή εθνική θέση, Πρόεδρος Δημοκρατίας, Πρωθυπουργός, Αρχηγοί Κομμάτων και Υπουργός των Εξωτερικών να κινητοποιηθούμε με έκτακτο ειδικό πρόγραμμα για την αποτροπή δυσάρεστων εξελίξεων στο εθνικό μας θέμα.
Με τιμή,
Αντώνης Κ. Σαμαράς»
«Ενώ οι Καραμανλής και Μολυβιάτης διάβαζαν την επιστολή του Σαμαρά, σχεδόν ταυτόχρονα, ένας διπλωμάτης-αγγελιαφόρος του υπουργού Εξωτερικών έφθανε στη Βουδαπέστη, όπου βρισκόταν από την προηγουμένη ο Πρωθυπουργός». (Τάρκας, σ. 242). «Αυτές οι δεύτερες επιστολές Σαμαρά δεν αρκούνται μόνο σε μια τοποθέτηση του πιεστικού προβλήματος, αλλά αναφέρονται για πρώτη φορά και στην αναγκαιότητα διπλωματικής αντεπίθεσης στο επόμενο 20ήμερο, ώστε να δοθεί η εθνική μάχη. Τίθεται μάλιστα, ουσιαστικά, ένα τελεσίγραφο προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον Πρωθυπουργό, αφού μια παραίτηση Σαμαρά στις 11 Απριλίου θα μετέβαλε τα πολιτικά δεδομένα σε εκρηκτικό βαθμό». (Τάρκας, σ. 247).
ΑΥΣΤΗΡΟΤΑΤΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΣΤΟΝ ΣΑΜΑΡΑ:
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής αρνείται φυσικά να αλληλογραφήσει προσωπικά με τον Α. Σαμαρά και εξουσιοδοτεί τον Πέτρο Μολυβιάτη να μεταφέρει πιστά τις θέσεις του για την κατάσταση. Ο γενικός γραμματέας της Προεδρίας αποστέλλει στον υπουργό Εξωτερικών την ακόλουθη επιστολή:
ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
7 Απριλίου 1992
«Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μου ανέθεσε να σας διαβιβάσω την εξής απάντηση του στις επιστολές που του απευθύνατε, στις 13.3.92 και 3.4.92:
Απαντώντας στις δύο επιστολές που μου αποστείλατε, υπενθυμίζω ότι από την πρώτη στιγμή υπεστήριξα, με τους τρόπους που έκρινα πρόσφορους, την εθνική πολιτική της χώρας στο θέμα των Σκοπίων. Μεταξύ των άλλων, απηύθυνα προσωπικές επιστολές –ο περιεχόμενο των οποίων γνωρίζετε– σε ηγέτες ορισμένων χωρών, τους οποίους έκρινα αναγκαίο να ενημερώσω για την ουσία του προβλήματος, αλλά και διότι η ασάφεια του τρίτου όρου που εθέσατε στην Κοινότητα, στις 16 Δεκεμβρίου 1991, επέτρεπε διάφορες ερμηνείες. Πέραν αυτών και σ’ εσάς τον ίδιο παρέδωσα, την 26 Φεβρουαρίου 1992, Υπόμνημα με επιχειρήματα και στοιχεία για την αποτελεσματικότερη υποστήριξη των εθνικών μας θέσεων στο θέμα αυτό. Τέλος όταν, κατά την τελευταία μας συνάντηση, στις 13 Μαρτίου 1992, αναφερθήκατε στην έλλειψη κοινής γραμμής στην Κυβέρνηση, σας συνεβούλευσα να επιδιώξετε την χάραξη κοινής γραμμής, την οποία και να ακολουθήσετε.
Εάν, συνεπώς, χάθηκε πολύτιμος χρόνος –όπως γράφετε στην τελευταία επιστολή σας– δεν μπορεί να θεωρηθεί άμοιρος ευθυνών ο Υπουργός Εξωτερικών. Διότι, όταν ένας Υπουργός πιστεύει ότι δεν υπάρχει κοινή κυβερνητική γραμμή, ή διαφωνεί με την υπάρχουσα, το πρώτο πράγμα που οφείλει να σταθμίσει είναι εάν εξακολουθεί να είναι χρήσιμη η παραμονή του στην Κυβέρνηση.
Ως προς την τυπική πλευρά της δεύτερης επιστολής σας, αποφεύγω να σχολιάσω το ύφος της. Επισημαίνω όμως ότι, όταν η Κυβέρνηση έχει να υποβάλει ένα αίτημα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, και δη επί σοβαρού εθνικού θέματος, το πράττει δια του Πρωθυπουργού και όχι μέσω ενός Υπουργού. Και τούτο διότι, πέραν της συνταγματικής τάξεως, μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται ότι το αίτημα αυτό είναι προϊόν της συλλογικής βουλήσεως και όχι έκφραση προσωπικών απόψεων ή υπολογισμών. Πέραν αυτών, θα έπρεπε να γνωρίζετε ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να συγκαλέσει τη σύσκεψη των Αρχηγών Κομμάτων όταν έχει τη σύμφωνη γνώμη τους.
Με εκτίμηση
Πέτρος Γ. Μολυβιάτης».
3η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΑΜΑΡΑ ΠΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ
Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ
Αθήνα, 3/4/1992
«Αγαπητέ κύριε Πρόεδρε,
Σας ευχαριστώ για την καλοσύνη σας να μου απαντήσετε στις από 13/3/92 και 3/4/92 επιστολές μου. θεωρώ όμως χρήσιμο να αναφερθώ σε ορισμένα σημεία που θέτει η επιστολή σας.
Ομιλείτε για ασάφεια του τρίτου Κοινοτικού όρου της 16/12/91, κάτι που στις συναντήσεις μας δεν μου είχατε ποτέ αναφέρει. Εν πάση περιπτώσει, ο όρος είναι απόλυτα σαφής. Σας θυμίζω τι λέει: Ότι η Κοινότητα απαιτεί από τα Σκόπια να μη χρησιμοποιήσουν ονομασία η οποία θα δημιουργεί εδαφικές διεκδικήσεις εναντίον της χώρας μας. Η ονομασία των Σκοπίων στο χώρο της Ομόσπονδης Γιουγκοσλαβίας είναι μέχρι σήμερα “Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας”. Βλέπετε εσείς, κύριε Πρόεδρε, άλλη λέξη στην ονομασία αυτή –πλην της λέξεως “Μακεδονία”– που να υποδηλώνει εναντίον της χώρας μας εδαφικές διεκδικήσεις;
Αναφέρεσθε επίσης στο ότι στις 26/2/92 μου παραδώσατε Υπόμνημα με επιχειρήματα για τη στήριξη των εθνικών μας θέσεων επί του θέματος των Σκοπίων. Οφείλω να σας ευχαριστήσω για αυτό και να σας διαβεβαιώσω ότι τα επιχειρήματα αυτά τα μεταχειρίσθηκα σε όλες τις ευρωπαϊκές μάχες. Το μεγαλύτερο όμως επιχείρημα μου το αποστερήσατε. Και τούτο διότι απουσιάζει ακόμα η δημόσια θέση σας γύρω από το αν ο Καραμανλής δέχεται ή δεν δέχεται την καθ’ οιονδήποτε τρόπο χρησιμοποίηση του όρου “Μακεδονία” στο νέο επώνυμο των Σκοπίων. Σας υπενθυμίζω παράλληλα, όπως έκανα και με την πρώτη μου επιστολή της 13/3/92, ότι λίγες ημέρες αφού μου παραδώσατε το Υπόμνημά σας, ο κ. Μολυβιάτης στο γραφείο του Πρωθυπουργού, συνετάχθη με την άποψη του κ. Μητσοτάκη ότι θα πρέπει να προσχωρήσω στη δεύτερη γραμμή άμυνας-συμβιβασμού γύρω από το θέμα της ονομασίας.
Μου επισημαίνετε, κύριε Πρόεδρε, ότι θα ήταν ίσως ενδεδειγμένο να είχα έγκαιρα σταθμίσει αν εξακολουθούσε να είναι χρήσιμη η παραμονή μου στην Κυβέρνηση εφόσον πίστευα ότι δεν υπήρχε κοινή κυβερνητική γραμμή. Σας θυμίζω όμως ότι τόσο πριν από το Συμβούλιο των Βρυξελλών, όσο και πριν από το πρόσφατο Συμβούλιο του Λουξεμβούργου, ο κ. Μολυβιάτης με παρότρυνε –ελπίζω όχι με δική του πρωτοβουλία– να μετάσχω στα κρίσιμα αυτά Συμβούλια για την υπόθεση των Σκοπίων, έστω και αν ο ίδιος εγνώριζε καλά τη διαφωνία μου με τον Πρωθυπουργό. Ζήτησα επίσης, κύριε Πρόεδρε, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να διασφαλίσει την ύπαρξη ενιαίας θέσης για το εθνικό αυτό θέμα λόγω του κατεπείγοντος του ζητήματος. Και πιστέψτε με, δεν θα μπορούσα να είχα διανοηθεί ότι στην προσπάθειά μου να υπηρετηθεί η ουσία, παρεβίαζα τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Εσείς άλλωστε, στις 13/3/92, μου είχατε αναφέρει ότι θα εκτιμούσατε κατά πόσον θα ανταποκρινόσαστε ή όχι στο αίτημά μου για σύγκληση του Συμβουλίου Αρχηγών. Επομένως, είναι τουλάχιστον άδικη η φράση σας ότι το αίτημα αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει έκφραση προσωπικών απόψεων ή υπολογισμού.
Με τιμή,
Αντώνης Κ. Σαμαράς»
1η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΑΜΑΡΑ ΠΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ
Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ
Αθήνα, 13 Μαρτίου 1992
«Αγαπητέ κύριε Πρόεδρε,
Προκειμένου να έχετε μια πλήρη εικόνα των προσφάτων εξελίξεων που έχουν σχέση με την υπόθεση των Σκοπίων, θεωρώ χρήσιμο να σημειώσω τα εξής:
Έχετε ασφαλώς πληροφορηθεί, ότι την Παρασκευή 6/3/92, συγκλήθηκε έκτακτη σύσκεψη υπό την προεδρία του κ. Πρωθυπουργού στην οποία μετείχαν ο Υπουργός των Εξωτερικών, καθώς και οι κ.κ. Μολυβιάτης, Τζούνης, Τσίλας, Αιλιανός και Καραγιάννης –μια σύσκεψη που έγινε με αφορμή την ξαφνική αμερικανική πρωτοβουλία για το Γιουγκοσλαβικό.
Δυστυχώς η συνάντηση αυτή δεν μπόρεσε να καταλήξει σε ομόφωνη στάση για την αντιμετώπιση της πρόκλησης των Σκοπίων. Και τούτο, διότι διατυπώθηκε σοβαρή διαφωνία απόψεων ως προς τον τελικό χειρισμό του προβλήματος μεταξύ του Υπουργού των Εξωτερικών και όσων άλλων πήραν το λόγο στη σύσκεψη.
Συγκεκριμένα, ο κ. Πρωθυπουργός επεσήμανε την απόλυτη ανάγκη ο Υπουργός των Εξωτερικών να έχει στη διάθεση του στις Βρυξέλλες εναλλακτική λύση και για την ελάχιστη ακόμα πιθανότητα, όπου η εξέλιξη της συζήτησης θα ανάγκαζε την Ελλάδα να τοποθετηθεί πάνω στη δυνατότητα συμβιβαστικής λύσης στην ονομασία της Δημοκρατίας των Σκοπίων.
Χαρακτηριστικά αναφέρθηκε από τον κ. Μητσοτάκη ότι κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την Κύπρο τον Αύγουστο του 1974, “Και τότε ο Γεώργιος Μαύρος δεν είχε ρητές εντολές και χάθηκε η Κύπρος”, παρατήρηση με την οποία συμφώνησε και ο παρευρισκόμενος κ. Μολυβιάτης.
Η άποψη, που αναπτύχθηκε από την πλειοψηφία των μετασχόντων για την ανάγκη ύπαρξης “δεύτερης γραμμής άμυνας” στο θέμα του ονόματος της Δημοκρατίας των Σκοπίων –που στην ουσία σημαίνει συμβιβασμό και υποχώρηση στο μέγα αυτό εθνικό θέμα– προσέκρουσε στην απόλυτη άρνηση του Υπουργού των Εξωτερικών να προσχωρήσει στην άποψη αυτή.
Θεωρώ, κύριε Πρόεδρε, ότι ορθώς αρνήθηκα τον συμβιβασμό στο θέμα του ονόματος. Γιατί είναι πράγματι αδιανόητο να ζητείται από τη χώρα μας, που κατήγγειλε τους πλαστογράφους, να συνυπογράψει την πλαστογραφία, επιτρέποντας έτσι στους Σκοπιανούς να νομιμοποιήσουν με ελληνική υπογραφή μια ξένη Ελλάδα. Και σας θυμίζω, κύριε Πρόεδρε, ότι εσείς ο ίδιος γράψατε προς τους Πρωθυπουργούς της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ότι η Δημοκρατία των Σκοπίων “δεν έχει απολύτως κανένα δικαίωμα ούτε ιστορικό, ούτε εθνολογικό για να χρησιμοποιεί το όνομα Μακεδονία”.
Σε τέτοια εκχώρηση δικαιώματος, όπως είπα και στα μέλη της σύσκεψης, ως Υπουργός των Εξωτερικών δεν πρόκειται να προβώ στο όνομα της οποιασδήποτε λογικής.
Κύριε Πρόεδρε, θα πληροφορηθήκατε ασφαλώς ότι στο τέλος της σύσκεψης αυτής και ενόψει των νέων δεδομένων στην υπόθεση των Σκοπίων (αμερικανική πρωτοβουλία και άποψη για πιθανότητα ανάγκης συμβιβασμού στο όνομα), θεώρησα χρέος μου να υπενθυμίσω τη δέσμευση της προηγούμενης συνάντησης των αρχηγών των κομμάτων για την επανασύγκλησή της υπό το φως των νέων εξελίξεων. Επανασύγκληση απολύτως αναγκαία, λόγω της επικείμενης σύσκεψης, στις Βρυξέλλες, των “12″ με τον κ. Baker.
Αντί όμως της νέας σύγκλησης, επελέγη η διαδικασία (χωρίς μάλιστα την παρουσία των δύο άλλων κομμάτων της Βουλής) των ξεχωριστών διαβουλεύσεων του πρέσβεως κ. Μολυβιάτη τόσο με εσάς, κύριε Πρόεδρε, όσο και με τον κ. Αρχηγό του ΠΑΣΟΚ, με στόχο να απαντηθεί το συγκεκριμένο ερώτημα, κατά πόσο δηλαδή οι δύο ηγέτες δέχονται ή απορρίπτουν τη χρήση ενός συμβιβαστικού προσδιορισμού, που θα περιείχε τη λέξη Μακεδονία ή κάποια παραλλαγή της, στην τελική διαμόρφωση του ονόματος της Δημοκρατίας των Σκοπίων.
Δυστυχώς τα όσα συνέβησαν δεν είχαν κανένα αντίκρυσμα. Και τούτο διότι ο κ. Μολυβιάτης δεν απεκόμισε τελικά καμία συγκεκριμένη άποψη επί του φλέγοντος θέματος του ονόματος ούτε από τον κ. Πρόεδρο της Δημοκρατίας ούτε από τον κ. Αρχηγό του ΠΑΣΟΚ.
Έτσι ο κ. Πρωθυπουργός αρκέστηκε στο να δώσει στον Υπουργό των Εξωτερικών ρητή εξουσιοδότηση να χειριστεί στις Βρυξέλλες κατά την κρίση του την όλη υπόθεση των Σκοπίων. Μάλιστα, ο κ. Πρωθυπουργός διαβεβαίωσε τον Υπουργό των Εξωτερικών ότι η προηγούμενη απόφαση της 18/2/92 δεσμεύει έτσι ή αλλιώς την πολιτική μας για την απόλυτο υπεράσπιση των τριών προϋποθέσεων για την αναγνώριση της Δημοκρατίας των Σκοπίων. Τη θέση αυτή διατύπωσε τηλεφωνικά προς τον Υπουργό των Εξωτερικών και ο κ. Μολυβιάτης.
Συνεπώς, κύριε Πρόεδρε, και παρά τη φαινομενική σύμπλευση των πάντων με τις επιλογές του υπουργείου του οποίου προΐσταμαι, στην ουσία μετέβην τη Δευτέρα 9/3/92 στις Βρυξέλλες για μια νέα διπλωματική αντιπαράθεση με την πλήρη γνώση ότι το θέμα του ονόματος στην Αθήνα παρέμενε ανοιχτό.
Κύριε Πρόεδρε, τα όσα συνέβησαν, στις 10/3/92 στις Βρυξέλλες, όπου, όπως ήδη γνωρίζετε, είχα ιδιαίτερες συνομιλίες με τους κ.κ. Genscher, Baker και Pinneiro, επιβεβαιώνουν τα όσα σας εξέθεσα παραπάνω για την ανάγκη αποδοχής ή απόρριψης της “δεύτερης γραμμής άμυνας”. Κατά συνέπεια θεωρώ αναγκαία –και γνωρίζω ότι συμφωνεί με την άποψη αυτή και ο κ. Πρωθυπουργός– την άμεση επανασύγκληση του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών υπό την Προεδρία σας, για τη διαμόρφωση οριστικής θέσης από το σύνολο της πολιτικής ηγεσίας για το μεγάλο εθνικό μας θέμα.
Πιστεύω, κύριε Πρόεδρε, ότι αν υιοθετηθεί η στάση του μη συμβιβασμού θα υπηρετηθεί κατά τον καλύτερο τρόπο το εθνικό συμφέρον. Αν πάλι κάτι τέτοιο δεν γίνει, αντιλαμβάνεστε ότι δεν μπορώ να είμαι εγώ εκείνος που θα εκπροσωπώ τη χώρα μας στις επικείμενες κρίσιμες συναντήσεις. Διότι θα κινδύνευε τότε να σημειωθεί το εξής παράλογο: ένας Υπουργός των Εξωτερικών να καλείται να υπερασπισθεί μια πολιτική, την ίδια ώρα που ο ίδιος ο Υπουργός την απορρίπτει ως ιστορικό λάθος μακράς διαρκείας, μια που αυτή η πολιτική θα μονιμοποιήσει κλίμα ρήξης και συνεχούς αστάθειας στο βόρειο περίγυρο της χώρας.
Με τιμή,
Αντώνης Κ. Σαμαράς»
Στο βιβλίο «Αθήνα-Σκόπια: Πίσω από τις κλειστές πόρτες», που προλογίζει ο Αντώνης Σαμαράς και είναι γραμμένο προφανώς σε συνεργασία μαζί του, αν όχι καθ’ υπαγόρευσίν του, από τον τότε σύμβουλό του Αλέξανδρο Τάρκα (εκδ. Λαβύρινθος, Αθήνα 1995), ο τελευταίος αφού παραθέτει την παραπάνω επιστολή σημειώνει σχετικά στη σ. 181:
«Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν πρέπει να φανταζόταν ότι ο Σαμαράς θα έκανε μια τόσο τολμηρή κίνηση. Μια κίνηση που την επέβαλε η κρισιμότητα των στιγμών και που ανάλογή της δεν είχε τολμήσει κανένας άλλος –συνεργάτης ή πολιτικός αντίπαλος του Καραμανλή– τουλάχιστον από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Γιατί, ασφαλώς, ο Σαμαράς εξιστορούσε από τη μια μεριά, τη διαφωνία με τον Πρωθυπουργό, αλλά και από την άλλη καυτηρίαζε εξίσου τη σιωπή του ιδίου του Καραμανλή. Ο Ανώτατος Άρχοντας δεν θ’ απαντήσει στην πρώτη αυτή επιστολή του Σαμαρά. Ο Πρωθυπουργός, επίσης, θα σιωπήσει».
2η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΑΜΑΡΑ ΠΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ
«Αγαπητέ κύριε Πρόεδρε,
Μετά τη χθεσινή προφορική ενημέρωση, που έκανα στον πρέσβυ κ. Μολυβιάτη σχετικά με τη συνάντηση που είχα με τον κ. Πινέιρο, σας στέλνω τα πρακτικά της συνομιλίας μας στις Βρυξέλλες, αλλά και τις δικές μου σκέψεις για το μεγάλο εθνικό θέμα που μας απασχολεί.
Με τιμή, Αντώνης Κ. Σαμαράς».
Μετά το παραπάνω διαβιβαστικό κείμενο η δεύτερη επιστολή Σαμαρά προς Καραμανλή ανέφερε τα ακόλουθα:
Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ
Αθήνα, 3/4/1992
«Αγαπητέ κύριε Πρόεδρε,
Το αποτέλεσμα της προχθεσινής συνάντησης μου με τον Πορτογάλο Υπουργό των Εξωτερικών καθιστά πλέον επιτακτικά αναγκαία την άμεση σύγκληση του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών, την οποία σας είχα ήδη και επισήμως ζητήσει με την από 13/3/92 επιστολή μου. Και όπως γνωρίζετε, στην αναγκαιότητα
αυτή είχα αναφερθεί σε επανειλημμένες τηλεφωνικές μου επικοινωνίες με τον Πρέσβυ κ. Μολυβιάτη.
Δεν θα σας μιλήσω για τον πολύτιμο χρόνο που χάθηκε, ώστε να εξασφαλισθεί το ετοιμοπόλεμο της ελληνικής διπλωματίας μπροστά στο μείζον εθνικό θέμα της ονομασίας της Δημοκρατίας των Σκοπίων. Είμαι όμως υποχρεωμένος να επισημάνω την αδυναμία αποφασιστικής δράσης του Υπουργού των Εξωτερικών επί πολλές μέρες, λόγω της μη ύπαρξης εθνικής θέσης, που βεβαίως θα εξασφάλιζε μια δική σας πρωτοβουλία σύγκλησης του Συμβουλίου Αρχηγών.
Με άλλα λόγια, κύριε Πρόεδρε, σας ζητώ με την παρέμβασή σας να διασφαλίσετε τη διαδικασία, ώστε η Ελλάδα να αποκτήσει επιτέλους θέση.
Ήδη, σε σημερινή επιστολή μου προς τον κ. Πρωθυπουργό, του υπενθυμίζω εκείνο που του είχα αναφέρει σε πρωθύστερη επιστολή μου από 17/3/92, ότι σε καμμία δηλαδή περίπτωση δεν θα μετέβαινα στο Λουξεμβούργο στις 6/4/92, χωρίς να έχω στο χαρτοφύλακα μου αποτυπωμένη τη σύμφωνη γνώμη των πολιτικών παραγόντων της χώρας. Η συνάντηση μου όμως με τον κ. Πινέιρο αλλάζει τα δεδομένα και δικαιολογεί την παρέκκλιση από την αρχική μου θέση μια που επιτρέπει να δω τη συνάντηση της Δευτέρας υπό διαφορετικό πρίσμα. Συγκεκριμένα, ο κ. Πινέιρο συμφώνησε με την άποψή μου ότι δεν μπορεί μέχρι τη Δευτέρα να υπάρξει συνολική τοποθέτηση της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας πάνω στα όσα η Πορτογαλική Προεδρία επρότεινε. Ως εκ τούτου, δεν προδιαγράφεται η πιθανότητα να ληφθεί στις 6/4 καμμία τελική απόφαση που θα με υποχρέωνε να βρεθώ στο Λουξεμβούργο μετέωρος με την προσωπική μου μόνο θέση την ώρα της κρίσιμης απόφασης. Επομένως, κύριε Πρόεδρε, θα μεταβώ στις 6/4/92 στο Λουξεμβούργο. Εκεί, θα προωθήσω με τον ίδιο τρόπο τις ίδιες θέσεις που υπεστήριξα μέχρι σήμερα. Όμως, απέναντι μου θα έχω συνομιλητές, που παρά την πιθανή συμπάθεια τους στην πατρίδα μας ή ακόμα και στο πρόσωπό μου, θα γνωρίζουν ότι εκφράζω μόνον ένα –ίσως μάλιστα και το μικρότερο– κομμάτι των θέσεων της πολιτικής ηγεσίας.
Κύριε Πρόεδρε,
Με τη νέα επιστολή μου στον Πρωθυπουργό προτείνω η σύγκληση του Συμβουλίου των Αρχηγών σε καμμία περίπτωση να μην καθυστερήσει πέραν της 11ης Απριλίου. Διότι, μέχρι την επόμενη κοινοτική συνάντηση, που πιθανώς να είναι η 1η Μαΐου, υπάρχει η χρονική ευχέρεια των 20 ημερών, ώστε ενωμένοι και με κοινή εθνική θέση, Πρόεδρος Δημοκρατίας, Πρωθυπουργός, Αρχηγοί Κομμάτων και Υπουργός των Εξωτερικών να κινητοποιηθούμε με έκτακτο ειδικό πρόγραμμα για την αποτροπή δυσάρεστων εξελίξεων στο εθνικό μας θέμα.
Με τιμή,
Αντώνης Κ. Σαμαράς»
«Ενώ οι Καραμανλής και Μολυβιάτης διάβαζαν την επιστολή του Σαμαρά, σχεδόν ταυτόχρονα, ένας διπλωμάτης-αγγελιαφόρος του υπουργού Εξωτερικών έφθανε στη Βουδαπέστη, όπου βρισκόταν από την προηγουμένη ο Πρωθυπουργός». (Τάρκας, σ. 242). «Αυτές οι δεύτερες επιστολές Σαμαρά δεν αρκούνται μόνο σε μια τοποθέτηση του πιεστικού προβλήματος, αλλά αναφέρονται για πρώτη φορά και στην αναγκαιότητα διπλωματικής αντεπίθεσης στο επόμενο 20ήμερο, ώστε να δοθεί η εθνική μάχη. Τίθεται μάλιστα, ουσιαστικά, ένα τελεσίγραφο προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον Πρωθυπουργό, αφού μια παραίτηση Σαμαρά στις 11 Απριλίου θα μετέβαλε τα πολιτικά δεδομένα σε εκρηκτικό βαθμό». (Τάρκας, σ. 247).
ΑΥΣΤΗΡΟΤΑΤΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΣΤΟΝ ΣΑΜΑΡΑ:
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής αρνείται φυσικά να αλληλογραφήσει προσωπικά με τον Α. Σαμαρά και εξουσιοδοτεί τον Πέτρο Μολυβιάτη να μεταφέρει πιστά τις θέσεις του για την κατάσταση. Ο γενικός γραμματέας της Προεδρίας αποστέλλει στον υπουργό Εξωτερικών την ακόλουθη επιστολή:
ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
7 Απριλίου 1992
«Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μου ανέθεσε να σας διαβιβάσω την εξής απάντηση του στις επιστολές που του απευθύνατε, στις 13.3.92 και 3.4.92:
Απαντώντας στις δύο επιστολές που μου αποστείλατε, υπενθυμίζω ότι από την πρώτη στιγμή υπεστήριξα, με τους τρόπους που έκρινα πρόσφορους, την εθνική πολιτική της χώρας στο θέμα των Σκοπίων. Μεταξύ των άλλων, απηύθυνα προσωπικές επιστολές –ο περιεχόμενο των οποίων γνωρίζετε– σε ηγέτες ορισμένων χωρών, τους οποίους έκρινα αναγκαίο να ενημερώσω για την ουσία του προβλήματος, αλλά και διότι η ασάφεια του τρίτου όρου που εθέσατε στην Κοινότητα, στις 16 Δεκεμβρίου 1991, επέτρεπε διάφορες ερμηνείες. Πέραν αυτών και σ’ εσάς τον ίδιο παρέδωσα, την 26 Φεβρουαρίου 1992, Υπόμνημα με επιχειρήματα και στοιχεία για την αποτελεσματικότερη υποστήριξη των εθνικών μας θέσεων στο θέμα αυτό. Τέλος όταν, κατά την τελευταία μας συνάντηση, στις 13 Μαρτίου 1992, αναφερθήκατε στην έλλειψη κοινής γραμμής στην Κυβέρνηση, σας συνεβούλευσα να επιδιώξετε την χάραξη κοινής γραμμής, την οποία και να ακολουθήσετε.
Εάν, συνεπώς, χάθηκε πολύτιμος χρόνος –όπως γράφετε στην τελευταία επιστολή σας– δεν μπορεί να θεωρηθεί άμοιρος ευθυνών ο Υπουργός Εξωτερικών. Διότι, όταν ένας Υπουργός πιστεύει ότι δεν υπάρχει κοινή κυβερνητική γραμμή, ή διαφωνεί με την υπάρχουσα, το πρώτο πράγμα που οφείλει να σταθμίσει είναι εάν εξακολουθεί να είναι χρήσιμη η παραμονή του στην Κυβέρνηση.
Ως προς την τυπική πλευρά της δεύτερης επιστολής σας, αποφεύγω να σχολιάσω το ύφος της. Επισημαίνω όμως ότι, όταν η Κυβέρνηση έχει να υποβάλει ένα αίτημα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, και δη επί σοβαρού εθνικού θέματος, το πράττει δια του Πρωθυπουργού και όχι μέσω ενός Υπουργού. Και τούτο διότι, πέραν της συνταγματικής τάξεως, μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται ότι το αίτημα αυτό είναι προϊόν της συλλογικής βουλήσεως και όχι έκφραση προσωπικών απόψεων ή υπολογισμών. Πέραν αυτών, θα έπρεπε να γνωρίζετε ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να συγκαλέσει τη σύσκεψη των Αρχηγών Κομμάτων όταν έχει τη σύμφωνη γνώμη τους.
Με εκτίμηση
Πέτρος Γ. Μολυβιάτης».
3η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΑΜΑΡΑ ΠΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ
Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ
Αθήνα, 3/4/1992
«Αγαπητέ κύριε Πρόεδρε,
Σας ευχαριστώ για την καλοσύνη σας να μου απαντήσετε στις από 13/3/92 και 3/4/92 επιστολές μου. θεωρώ όμως χρήσιμο να αναφερθώ σε ορισμένα σημεία που θέτει η επιστολή σας.
Ομιλείτε για ασάφεια του τρίτου Κοινοτικού όρου της 16/12/91, κάτι που στις συναντήσεις μας δεν μου είχατε ποτέ αναφέρει. Εν πάση περιπτώσει, ο όρος είναι απόλυτα σαφής. Σας θυμίζω τι λέει: Ότι η Κοινότητα απαιτεί από τα Σκόπια να μη χρησιμοποιήσουν ονομασία η οποία θα δημιουργεί εδαφικές διεκδικήσεις εναντίον της χώρας μας. Η ονομασία των Σκοπίων στο χώρο της Ομόσπονδης Γιουγκοσλαβίας είναι μέχρι σήμερα “Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας”. Βλέπετε εσείς, κύριε Πρόεδρε, άλλη λέξη στην ονομασία αυτή –πλην της λέξεως “Μακεδονία”– που να υποδηλώνει εναντίον της χώρας μας εδαφικές διεκδικήσεις;
Αναφέρεσθε επίσης στο ότι στις 26/2/92 μου παραδώσατε Υπόμνημα με επιχειρήματα για τη στήριξη των εθνικών μας θέσεων επί του θέματος των Σκοπίων. Οφείλω να σας ευχαριστήσω για αυτό και να σας διαβεβαιώσω ότι τα επιχειρήματα αυτά τα μεταχειρίσθηκα σε όλες τις ευρωπαϊκές μάχες. Το μεγαλύτερο όμως επιχείρημα μου το αποστερήσατε. Και τούτο διότι απουσιάζει ακόμα η δημόσια θέση σας γύρω από το αν ο Καραμανλής δέχεται ή δεν δέχεται την καθ’ οιονδήποτε τρόπο χρησιμοποίηση του όρου “Μακεδονία” στο νέο επώνυμο των Σκοπίων. Σας υπενθυμίζω παράλληλα, όπως έκανα και με την πρώτη μου επιστολή της 13/3/92, ότι λίγες ημέρες αφού μου παραδώσατε το Υπόμνημά σας, ο κ. Μολυβιάτης στο γραφείο του Πρωθυπουργού, συνετάχθη με την άποψη του κ. Μητσοτάκη ότι θα πρέπει να προσχωρήσω στη δεύτερη γραμμή άμυνας-συμβιβασμού γύρω από το θέμα της ονομασίας.
Μου επισημαίνετε, κύριε Πρόεδρε, ότι θα ήταν ίσως ενδεδειγμένο να είχα έγκαιρα σταθμίσει αν εξακολουθούσε να είναι χρήσιμη η παραμονή μου στην Κυβέρνηση εφόσον πίστευα ότι δεν υπήρχε κοινή κυβερνητική γραμμή. Σας θυμίζω όμως ότι τόσο πριν από το Συμβούλιο των Βρυξελλών, όσο και πριν από το πρόσφατο Συμβούλιο του Λουξεμβούργου, ο κ. Μολυβιάτης με παρότρυνε –ελπίζω όχι με δική του πρωτοβουλία– να μετάσχω στα κρίσιμα αυτά Συμβούλια για την υπόθεση των Σκοπίων, έστω και αν ο ίδιος εγνώριζε καλά τη διαφωνία μου με τον Πρωθυπουργό. Ζήτησα επίσης, κύριε Πρόεδρε, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να διασφαλίσει την ύπαρξη ενιαίας θέσης για το εθνικό αυτό θέμα λόγω του κατεπείγοντος του ζητήματος. Και πιστέψτε με, δεν θα μπορούσα να είχα διανοηθεί ότι στην προσπάθειά μου να υπηρετηθεί η ουσία, παρεβίαζα τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Εσείς άλλωστε, στις 13/3/92, μου είχατε αναφέρει ότι θα εκτιμούσατε κατά πόσον θα ανταποκρινόσαστε ή όχι στο αίτημά μου για σύγκληση του Συμβουλίου Αρχηγών. Επομένως, είναι τουλάχιστον άδικη η φράση σας ότι το αίτημα αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει έκφραση προσωπικών απόψεων ή υπολογισμού.
Με τιμή,
Αντώνης Κ. Σαμαράς»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου