Για την ενότητα της Αριστεράς...Για μια πολυκεντρική Αριστερά...Για την ενότητα στη βάση

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014

Ημερολόγιον Χρήστου Καραγιάννη:Η επιστράτευση του 1918 και ιστορίες από την εκστρατεία στην Ουκρανία

Ο Χρήστος Καραγιάννης του Ιωάννου και της Παγώνας, γεννήθηκε το 1892 στο χωριό Αγ. Τριάδα (Στεβενίκο) της Βοιωτίας. Δεν πήγε σχολείο. Μόνος του έμαθε γράμματα. Το 1918 η πατρίδα τον κάλεσε «επί τα όπλα». Έως το 1922 συμμετείχε διαδοχικά στον ελληνοβουλγαρικό πόλεμο, στο ελληνικό εκστρατευτικό σώμα στην Ουκρανία κατά των Μπολσεβίκων και την μικρασιατική εκστρατεία. Πολεμούσε κι έγραφε ημερολόγιο. Ένα ημερολόγιο που το 1976 έγινε βιβλίο, μόλις δυο μήνες μετά το θάνατό του. «Το ημερολόγιον Χρήστου Καραγιάννη 1918 - 1922», εκδόσεις Απόστολου Αποστολόπουλου. Διαβάστε αναλυτικά για την ιστορία του Χρήστου Καραγιάννη: Ένας στρατιώτης γράφει για τρεις πολέμους
Ακολουθούν επιλεγμένα αποσπάσματα από «Το Ημερολόγιον Χρήστου Καραγιάννη, 1918 – 1922». Στο παρόν πρώτο μέρος ο Χρήστος Καραγιάννης γράφει για την πρώτη επιστράτευση  το 1918, τις μάχες εναντίον των Μπολσεβίκων στην Ουκρανία και καταγράφει ιστορίες από την καθημερινότητα των στρατιωτών στο μέτωπο. 



Ένα βίντεο με εικόνες από τον τόπο του Χρήστου Καραγιάννη και από τα ιστορικά Επίκαιρα της εποχής. Το βίντεο συνοδεύεται από αφήγηση της γυναίκας του Χρήστου Καραγιάννη, Αθανασίας Καραγιάννη αλλά και από ανάγνωση αποσπασμάτων του ημερολογίου από τον κ. Χρίστο Παπαδάκη Ο πρόλογος από το Ημερολόγιον του Χρήστου Καραγιάννη Δεν θέλω να κάνω τον συγγραφέα που έλαβα το θάρρος και την τόλμη και εσημείωσα λεπτομερώς όλες τις στρατιωτικές περιπέτειες, διότι δυστυχώς ήμουν ένας αμόρφωτος και αγράμματος αλλά έτσι μου πέρασε από το φτωχό μυαλό μου να φροντίσω και να φορτωθώ επιπλέον απ’ όλα τα απαραίτητα βάρη μου και τόσα άλλο δεφτέρια και τετράδια. Ναι το παραδέχομαι κι ομολογώ πως γεννήθηκα σε ένα ορεινό χωριό που πλησίαζε τους πρόποδες του κεντρικού όρους ΕΛΙΚΩΝ και ονομάζεται Στεβενίκο και οι γονείς μου ήταν πολύ φτωχοί μάλιστα εξασκούσαν το επάγγελμα του ποιμένος. Είχα 4 αδελφάδες οι 3 ήταν πρεσβύτερες η μία ήτο μετά από μένα. Μόλο που ήμουν μικρός αγαπούσα τα γράμματα και το επέμενα στο συγχωρεμένο πατέρα μου να με έστελνε στον Καλούδη, το δάσκαλο του χωριού μας για να μάθω γράμματα, αλλά η απάντηση του ασυγχώρητου πατέρα μου ήταν ότι εσύ είσαι το δεξί μου χέρι. Μου φυλάς τα πρόβατα, και του έξι χειμερινούς μήνες φεύγαμε και πηγαίναμε έξω από το χωριό μας. Κατεβαίναμε στα παράλια και βοσκότοπα μέρη. Όταν έγινα 12 χρονώ άρχισε να σκέφτομαι αλλιώς και να ζηλεύω τα άλλα συγχωριανά μου παιδιά που διάβαζαν όλα έξω από το χωριό στα αλώνια μεγαλοφώνως. Γιατί μέχρι τα αλώνια κατέβαινα με τα πρόβατά μου και μόνο μια φορά το χρόνο είχαμε το δικαίωμα και τη μεγάλη εβδομάδα για να απολύσουμε τα αρνιά μας, τότε κάθε μεγάλη εβδομάδα και κάθε λαμπρή πλησίαζα στο χωριό. Μάλιστα λίγα παιδιά που με συναντούσανε με συμπαθούσανε και μου δώσανε ένα μικρό βιβλιαράκι με λίγες γραμμές και μέσα στο μικρό βιβλιαράκι αυτό ήταν γραμμένα τα 24 γράμματα της ελληνικής γλώσσας, όπου τα ίδια συνομήλικα και συμπαθητικά παιδιά του σχολείου μου, μου έδειξαν τα 24 γράμματα και μου είπανε ότι αυτά τα μεγάλα γράμματα είναι τα κεφαλαία. Στο δάσκαλο τον Καλούδη του χωριού μας έστελνα διάφορα μικρά πουλάκια που έπιανα κάθε μέρα πάνω στις κορυφές των βουνών για να τα βάζει στο κλουβί και για να αποκτήσω την εύνοιά του μήπως κατάφερνε τον πατέρα μου και με στείλει κι εμένα σχολείο. Δυστυχώς όμως ο μακαρίτης ο πατέρας μου ήταν ανένδοτος. Η απάντησή του ήταν, τι να τα κάνω τα πρόβατα. Κι έτσι άρχισα μόνος μου συλλαβίζοντας και γράφοντας και κάθε βιβλίο και κάθε κομματάκι χαρτί που έβρισκα, έσκυβα το έπαιρνα με ευλάβεια και χαρά. Στο στρατιωτικό βίο ως κληρωτός και ακόμη και στους πολέμους έσερνα στη ράχη μου τετράδια και διάφορα βιβλία για να φτάσω σε κάποιο βαθμό μορφώσεως και τελειότητος. Η επιστράτευση του 1918 Αφού η Πατρίδα μας ήρθε στην ανάγκη να καλέσει επί τα όπλα μερικές ηλικίες κι η διαταγή του Υπουργείου Στρατιωτικών όριζε τα εξής: «ότι οι επιστρατευόμενοι θα παρουσιαστούν εις κατά τόπους και στα σώματα και όπλα που ανήκουσι από 1ης έως 10ης Φεβρουάριου 1918». Μετά την κοινοποίησιν της διαταγής περί επιστρατεύσεως όλοι μας οι έφεδροι που επρόκειτο να φύγουμε προσπαθώντες να κάνουμε τις πιο αναγκαιότερες γεωργικές εργασίες και ως τις 10 του μηνός να μην αφήσουμε εκκρεμείς υποθέσεις, κ.λ.π. Τη 10 του μηνός το πρωί βρισκόμαστε περί τους 60 επιστρατευόμενους συγκεντρωμένοι στη πλατεία του χωριού μας συνοδευόμενοι με όλα τα μέλη της οικογένειας, ως κι όλοι οι κάτοικοι του χωριού μας, παρεβρίσκονταν όλοι στην πλατεία, για να μας αποχαιρετήσουν και να μας ευχηθούν τη Νίκη και την επιστροφή μας στις οικογένειές μας. Επί το πλείστον, οι γυναίκες μας εύχονται με δακρυσμένα μάτια, για το άδεισμα του χωριού. Μήπως είμαστε λίγοι; Φεύγουμε κάπου 60 άτομα. Αποχαιρέτησα τη γυναίκα μου, τις αδελφές μου, φίλησα το χέρι της μητέρας μου και κλαίγοντας η καυμένη κι όλο με έσφιγγε στην αγκαλιά της γιατί δεν είχε άλλο παιδί και εκδήλωνε πως σαν εγώ γυρνούσα από τον πόλεμο, αυτή δεν θα ζούσε πλέον. Αυτά τα λόγια της δυστυχισμένης μητέρας μου με συγκίνησαν. Αλλά προχωρόντας προς τη κατεύθυνση που έπρεπε να φύγουμε κι έτσι χάσαμε και τα τελευταία σπίτια του χωριού μας και κάπως ξεφαντώθηκα λίγο. Επειτα από δύο ώρες φτάσαμε στο σιδηροδρομικό σταθμό Λειβαδιάς. Εδώ μας παράλαβαν 2 αξιωματικοί που βρισκόντουσαν εκεί, ως που νάρθει η αμαξοστοιχία να επιβιβαστούμε αρχίσαμε τα καλαμπούρια, ακουμπισμένοι με τις ράχες μας στο κτήριο του σταθμού για να προφυλαχτούμε από το δριμύτατο αέρα που φυσούσε δαιμονισμένα κι οι νυφάδες του χιονιού όσο πέρναγε η ώρα τόσο και μεγαλώνανε και το πολύ κρύο έγινε αβάσταχτο. Επί τέλους το τραίνο σε λίγα λεπτά έφτασε. Ητανε της επιτάξεως, η μηχανή και τα ανοιχτά βαγόνια. Αμέσως οι αξιωματικοί άρχισαν να σφυρίζουν με τις σφυρίχτρες τους για να μας συγκεντρώσουν. Μήπως είμασταν μόνο εμείς οι 60; Ητανε κι άλλοι τόσοι από άλλα κοντινά χωριά. Μόλις διαταχθήκαμε να επιβιβασθούμε στα ανοιχτά βαγόνια, όλοι οι μέλοντες πολεμιστές διστάζαμε να επιβιβαστούμε και διαμαρτυρόμασταν δικαιολογημένα γιατί το χιόνι έπεφτε και αδιάκοπα έντυνε τη γή στα λευκά σεντόνια. Οι 2 αξιωματικοί μας βεβαίωναν ότι άδικα φωνάζουμε με αυτή την αμαξοστοιχία θα ταξιδέψουμε και με αυτά τα βαγόνια, διότι δεν υπάρχουν άλλα βαγόνια κλειστά. Επομένως η επιβίβαση έγινε στ’ ανοιχτά βαγόνια και σε καθίσματα πάνω στα πεδινά πυροβόλα και σε κάσες πυρομαχικών. Η πρώτη μάχη της ρωσσίας αυτή που αρχίζει με το λιανοτούφεκο Τους αφήσαμε να φτάνουν στα 700 περίπου μέτρα και μετά αρχίσαμε να βάλουμε εναντίον του με λιανοντούφεκα, οπλοπολυβόλα και όχι πολυβόλα γιατί οι πολυβολαρχίες μας ακόμη δεν έχουν φτάσει. Οι Μπολσεβίκοι άκαμπτοι δεν πέφτουν από τα πυρά μας. Συνεχίζουν με βήμα ταχύ κατά πάνω μας. Και πίσω τους αλλά κύματα ανθρώπινα. Το ένα κύμα διαδέχεται το άλλο από κοντά. Δεν αλλάξαμε κλισοσκόπιο για την απόσταση του εχθρού, γιατί αντι να τουφεκίζουμε τους πρώτους που φαίνονται αραιωμένοι πυροβολούμε τους άλλους πιο πίσω. Τα προχώματα τα δικά μας ήταν λίγο πιο μπροστά απ’ το σταθμό Σέρπκα κι ακριβώς πάνω στο διάσελο. Δεν διήρκεσε η μάχη ούτε 3 τέταρτα της ώρας και διαταχτήκαμε από το στρατηγό Γάλλο να υποχωρήσουμε. Μόλις δόθηκε το σύνθημα της υποχώρησης σε δύο λεπτά είχε αδειάσει το χαράκωμα. Τελευταίοι βγήκανε ο λοχαγός, κι ο συνάδελφος Κούκουρας και γω. Ο Λοχαγός με το πιστόλι του στο χέρι μας διατάζει να πιάσουμε μια βαρειά κάσσα από τα σκοινιά και να τον ακολουθήσουμε. Ο λόχος μας είχε εξαφανιστεί, είχε απομακρυνθεί αρκετά. Σε λίγο χάσαμε από μπροστά μας το λοχαγό. Οι Μπολσεβίκοι μας είχαν πλησιάσει στα 20 μέτρα ευτυχώς που δεν πυροβολούν παρά βαδίζουν με βήμα κανονικό. Μόλις στρίβω το κεφάλι μου προς τα πίσω είδα να μας πλησιάσουν κάτι πελώριοι. Αντρες δεν χάνω καιρό αφήνω το κυβώτιο με τις σφαίρες και τραβώ το σπαγκάκι μιας βουλγαρικής χειροβομβίδας και την πετώ κατά πάνω τους δίχως να την ανάψω αλλά από το φόβο μου η από τη βία την πέταξα έτσι κούφια και αμέσως άρχισα να τρέχω. Πότε αφήνω τον Κούκουρα πότε ο Κούκουρας μ’ αφήνει εμένα πίσω, φτάσαμε στο λοχαγό που κρατώντας ακόμα το πι¬στόλι του στο χέρι έτρεχε πίσω στην ουρά του λόχου. Οι Μπολσεβίκοι έχουν το καλύτερο προτέρημα του ανθρώπου. Οταν υποχωρεί ο εχθρός τους δεν κτυπούν ποτέ από πίσω τον αντίπαλό τους. Ακόμη δεν είχα φτάσει καλά καλά στους άνδρες του λόχου και μας παρέταξαν για να εμποδίσουμε τον εχθρό και να δώσουμε καιρό στο Ορειβατικό πυροβολικό να φύγει γιατί κινδύνεψε να κυριευθεί. Αν και η μόνη μας παρηγοριά είναι αυτά τα κανονάκια. Τα πεδινά κανόνια ακόμη δεν έχουν φορτωθεί. Είχαμε υποχωρήσει 4 ώρες περίπου όπου σταματήσαμε σ’ ένα σιδηροδρομικό σταθμό που είχα κατέβει εγώ με άλλους 2 συναδέλφους. Εδώ το τάγμα διατάχθηκε ν’ αναλάβει την εξασφάλιση του συντάγματος. Τώρα φυσικά στρέφουμε τη φάτσα μας προς τα πίσω προς τους διπλούς εχθρούς. Εχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε τους μπολσεβίκους από το βορρά και το χιόνι που φυσούσε απαίσια. Τούτος ο μήνας είναι Μάρτης. Αλλά ρώσικος Μάρτης, όχι σαν της Ελλάδας. Ο Σωτηρίου μετά από μια συγκέντρωση των αξιωματικών, μας πήρε και απομακρυνθήκαμε αρκετά από το λόχο μας. Νύχτα τώρα κανόνισε την υπηρεσία ο αξιωματικός. Εχω έτυχα 1ο νούμερο, σκοπός κι άλλοι άνδρες γονάτισαν χάμω κατά μεσής του κάμπου και πάνω στο χιόνι πίσω από μένα. Μερικοί μείνανε με τον αξιωματικό και χώθηκαν κάτω από τα όμβρια νερά της σιδηροδρομικής γραμμής για ν’ αποφύγουν το αβάσταχτο κρύο. Μας είπαν υποχρεωτικά το παρασύνθημα σ’ όλους μας και επί πλέον δε μας ενημέρωσαν πως απόψε πρόκειται να περάσει ένα τμήμα γάλλων. Θα τους δεχθούμε από το ανατολικό μέρος και μόλις τους αντιληφθούμε θα τους φωνάξουμε το άλτ αλλά δεν θα περιμένουμε το παρασύνθημα από εκείνους. Θα περιμένουμε ω φρανσέ σολντά και θα τους πούμε μπον και κείνοι θα συνεχίσουν τη νυχτερινή πορεία τους. Εγώ αντί να προσέχω και να κρατώ σταμένο το κεφάλι μου προς το καθήκον μου δηλαδή προς τον εχθρό, γονάτισα στο χώμα με στραμένη την προσοχή και έβλεπα τους άνδρες της διμοιρίας μας που φυσικά δεν χωρούσαν όλοι στο σωλήνα να μπούν και κείνοι μέσα για να αποφύγουν το κρύο. Τι έκανε καθένας απ’ αυτούς; Προσπαθούσε να κρύψει τη μούρη στον πισινό του πρώτου και ν’ αποφύγει τον κοφτερό αέρα. Αυτό γίνεται συνέχεια. Ως που έφτασε ο λοχαγός για να κάμει έφοδο κι αλλού έπρεπε να μας βρει κι αλλού μας βρήκε. Μας μάλωσε εμάς και τον αξιωματικό μας. Μας πήγε πολύ μακριά προς τον εχθρό. Σε λίγο με πλησίασε ο κινητός σκοπός και μου είπε στ’ αυτί σιγανά έρχονται έρχονται οι Γάλλοι κι αφού πλησίασαν σε μια κανονική απόσταση πέσαμε πριμιδών και τους φωνάξαμε αλτ και με το άκουσμα του αλτ τα χρειαστήκαμε. Τα κουτόγαλα άρχισαν ν’ απαντούν όλοι ω ω φρανσέ σολτάτ. Μετά από στρατιωτική γαλλική φάλαγγα μας επισκέφτηκε μες στο σκοτάδι ένας ιππέας που ερχόταν από άλλη κατεύθυνση και με το αλτ που του φωνάξαμε έστριψε πίσω και χάθηκε από άλλο δρόμο. Αυτός ασφαλώς θα ήταν Μπολσεβίκος. Λόγω του κρύου το νούμερο μας είναι κάθε 1 ώρα. Η εκτέλεση του αρβανιτάκου 8 απρίλη 1919. Δεύτερη μέρα του Πάσχα. Σήμερα ειδοποιήθηκαν όλα τα τμήματα και μονάδες που υπήρχαν της 13ης Μεραρχίας να παρευρίσκονται το απόγευμα στις 2 η ώρα στην εκτέλεση του καταδικασμένου Αρβανιτάκου. Το μέρος που πρόκειται να γίνει ο ντουφεκισμός ορίστηκε ένας αγρός σπαρμένος κριθάρι προς βορρά του χωριού και κατά τις 2 το μεσημέρι άρχισε μια κοσμοπλημύρα από ανθρώπους που βαδίζουν. Πυροβολητές, τσολιάδες, φαντάροι, μεταγωγικοί, πολίτες άνδρες και γυναίκες όλοι τρέχουν με κατεύθυνση προς τον αγρό του Κεραμέως. Από το πρωί ακόμα οι διάφοροι αξιωματικοί λογής λογής που περπατούν πάνω κάτω. Ειδοποιήθηκα από τον επιλοχία του λόχου μου πως θα είμαι ένας απο τους 6 που θα εκτελέσουν τον εις θάνατο καταδικασμένο. Παρακάλεσα τον επιλοχία να με απαλλάξει από αυτή την υπηρεσία. Μου είπε αδύνατο γιατί κατά διαταγή του Διοικητού του συν/τος πρέπει οι εκτελεστές να είναι πατριώτες από την ίδια επαρχία. Αφού του φίλησα τα πόδια του επιλοχία να με απαλλάξει από αυτή την πράξη, είδε κι αποείδε, μου είπε να φύγω μακρυά από το λόχο. δώσε απών στο προσκλητήριο και τότε θα αρπάξω κάποιον άλλο κι έτσι απαλλάχτηκα από αυτό το βάσανο. Οσο περνάει η ώρα ο κόσμος πληθαίνει και βουίζει κι ο καθένας σηκώνει το γιακά του πιο ψηλά για να προφυλαχτεί από το απριλιάτικο ψύχος. Ολοι ανυπομονούν είναι ο ακαταμάχητος μαγνητισμός που τραβάει τους ανθρώπους στο τόπο που είναι για να δούν το σκότωμα ενός συνανθρώπου τους. Δίπλα μου στέκονται μερικοί φαντάροι που αισχρολογούν, κοιτούν μια συντροφιά χωριάτες που μαζεύτηκαν παράμερα και μιλούν σοβαρά μεταξύ τους, στη δική τους γλώσσα. Λένε πως όλοι οι άνδρες, ο ιερέας τους κι όλες οι γυναίκες του χωριού παρακάλεσαν το μεγάλο αφιτσιέρη να τη χαρίσει στο μελλοθάνατο τη ζωή του, να μείνει ισόβια φυλακή, αλλά όχι μόνο αρνήθηκε ο διοικητής μας,παρά τους απάντησε πως μπορούσε να φάει κι ένα κομμάτι ανθρώπινο κρέας απο αυτόν. Θα τον τουφεκίσω για το μεγαλείο της Πατρίδας μας. Ξαφνικά έγινε ένα μεγάλο σούσουρο μες στον κόσμο που ταράζεται σαν φουσκοθαλασσιά. Ολα τα κεφάλια γυρίζουν προς ένα σημείο σε κείνο το σημείο ανοίγεται μονομιάς ένας φαρδύς διάδρομος ανάμεσα στο πλήθος. Σε λίγο φάνηκε η κουστωδία. Δύο χωροφύλακες συνοδεύουν τον Αρβανιτάκο με δεμένα χέρια. Πιο πίσω το απόσπασμα που αποτελείται από 6 ενόπλους στρατιώτες. Ο μελλοθάνατος φαίνεται χλωμός και κάπου κάπου ρίχνει ματιές γύρω του. Χωρίς παπά τον φέρνουνε. Λένε πως ο παπάς τον κοινώνησε αλλά στη κηδεία δεν ήθελε να ακολουθήσει λόγω της επίσημης ημέρας. Σαν παπάς θάτανε ρώσσος και τα γράμματα λεγόντουσαν στη γλώσσα του, δεν έχει σημασία χριστιανοί είναι κι αυτοί. Ο Δημιουργός γνωρίζει όλες τις γλώσσες κι όλους τους δέχεται. Στο πέρασμά του απλώνεται μια βαρειά σιωπή, οι καρδιές μας κλωτσούνε κάτω απο το χιτώνιο. Μόλις έφτασε η συνοδεία στον κρανίου τόπο έκαναν ένα αλτ, τον έστησαν όρθιο. Μπροστά σε ένα μεγάλο όχθο ούτως ώστε να χτυπήσουν τον οχθό οι σφαίρες που Θα αστοχήσουν από τον ανθρώπινο στόχο τους. Ο σαλπιγκτής σήμανε υποχώρηση το απόσπασμα διατάχτηκε προσοχή. Ο γραμματέας του στρατοδικείου, διαβάζει την απόφαση μες την απόλυτη σιωπή. Μόλις τέλειωσε το διάβασμα της απόφασης, ρώτησε τον κατάδικο αν έχει να πει κάτι η να ζητήσει, αλλά δεν τους απάντησε καθόλου μόνο με ένα κούνημα της κεφαλής του είπε όχι. Με τα μεγάλα μάτια του κοιτούσε σα χαμένος όλο τον κόσμο. Κάποτε σταμάτησε στο απόσπασμα. Ηταν σχεδόν αναίσθητος, ηλίθιος, δεν ήταν ικανός να λογαριάσει τη τρομερή θέση του. Ισως η σκέψη του να βρίσκεται στο χωριό Σέρπκα όταν σκότωνε τη γρηά μητέρα της κόρης που βίασε. Τώρα του δίνουν τσιγάρο, του τραβούν το σπίρτο, το ανάβει αλλά το χέρι του τρέμει. Τράβηξε 2-3 ρουφηξιές επιδεικτικά. Μετά το πέραξε χάμω και το πάτησε με το άρβυλό του σαν νάταν απαραίτητο να το σβύσει για να δείξει την καλή του συμπεριφορά. Ο αξιωματικός, σηκώνει ψηλά το γυμνό σπαθί του, που για μια στιγμή έμεινε έτσι ακίνητος. Οι άνδρες του αποσπάσματος η μάλλον η 6αδα επί σκοπό και μερικών οι κάνες τρέμουν. Το σπαθί κατεβαίνει βιαστικά. Μαζύ ακούγεται κι ο ξερός κρότος των τουφεκιών. Ο κατάδικος σωριάζεται χάμω. Το πηλίκιο του πετάχτηκε στο κενό. Ο Αρβανιτάκος ανοιγοκλείνει το στόμα του. Τον αποτελειώνει κάποιος λοχίας. Του δίνει, τη χαριστική βολή. Ενας μεγάλος θόρυβος έγινε ξαφνικά. Χιλιάδες ανθρώπινα στόματα κουβεντιάζοντας φεύγουν παρέες παρέες. Μόνο ένα τμήμα στρατού περνάει μπροστά από το νεκρό με βήμα παρέλασης. Μια ενωματία ανδρών σκάβουν βιαστικά το λάκκο και τον σκεπάζουν για πάντα. Μια ομάδα γυναικών Βεσσαραβισιωτισών πλησιάζουν στο σκοτωμένο, και στη δική τους γλώσσα τον μοιρολογούνε. Οσοι φύγανε από κει όλοι έχουμε την έκφραση του ανθρώπου που γλύτωσε από ένα μεγάλο κίνδυνο. Νέα επιστράτευση 14 Μάρτη 1921. Ακόμα δεν είχα καλογνωριστεί με τους συγχωριανούς μου. Ακόμα μου εύχονται καλός πολίτης. Σαν η πατρίδα μας έλαβε την ανάγκη μας ξαφνικά, μας κάλεσε πάλι στα όπλα. Τώρα αφήνω και πάλι μέσα στη φτώχια και στη δυστυχία τα τέσσερα μέλη της οικογένειάς μου. Αφήνω τη γυναίκα μου, αφήνω την ανύπαντρη αδελφή μου, αφήνω τον μόλις γνώρισα τριετή γιό μου, που τον είχα αφήσει αγέννητο. Μα αφήνω απ’ όλα την άρρωστη από μια σοβαρή αρρώστια μητέρα μου που μόλις άκουσε την αναχώρησή μου ταράχτηκε κι υψώθηκε ο πυρετός της. Αποχαιρετώ και φιλώ για τελευταία φορά τους δικούς μου. Χαιρετώντας τους τυχόντας μπροστά μου και μαζύ μ’ άλλους καλεσμένους συμπατριώτες μου κατεβήκαμε στο σταθμό. Πήραμε το τραίνο και παρουσιαστήκαμε στη στρατολογία του 2ου Πεζικού Συντάγματος στη Χαλκίδα. Η στρατολογία, μας έστειλε εφοδιασμένους μ’ ένα σημείωμα στο πρώτο λόχο και την άλλη μέρα έγινε η αποστολή μας. Εκεί μας ντύσανε στο χακί. Επιβιβαστήκαμε στο πλοίο κι αποβιβαστήκαμε στη γνωστή αποβάθρα Πούντα της Σμύρνης. Εδώ παρουσιαστήκαμε στο τάγμα προσκολλήσεως όπου διανυκτερέψαμε εκεί και την άλλη μέρα μας παράλαβε ένας αξιωματικός και μας πήγε έξω δυτικά της πόλης στη Μπαλτσάβα, στα έμπεδα της στρατιάς. Εδώ μας κατάγραψε στη δύναμη του 15ου λόχου, για να μας διαθέσει σε διάφορες υπηρεσίες. Σε λίγο, βγαίνει ο λοχίας με το κατάλογο στα χέρια κι αρχίζει να φωνάζει ονόματα. Στην αρχή έβγαλε μερικούς άνδρες φουρά Κλιβάνων-Σμύρνης, Αλλα πάλι ονόματα φρουρά Χιώτικα Σμύρνης. Αλλους φρουρά του φρουραρχείου Κοκάργιαλλι. Αλλους δε φρουρά Χαμιτοπία και τελευταία διέθεσε τους περισσότερους από μας στη φρουρά των φυλακών Καστρίλ. Τ’ όνομά μου ακούστηκε, στην πιο τελευταία σειρά. Φρουρά φυλακών. Γεμάτοι χαρά πήραμε τα πράγματά μας και κάθε ομάδα πήγε στον προορισμό της. Εγώ μ’ άλλους συνάδελφους μου πήγα στο φρούριο Καστρί. Το φρούριο αυτό είναι στην ακροθαλασσιά όπου χρησιμοποιείται για φυλακές. Το φρούριο αυτό φιλοξενεί 150 κατάδικους επί το πλείστον στρατιώτες. Αλλά τι είδους στρατιώτες; Λίγοι απ’ αυτούς, μπορώ να πω, πως είναι ανθρώποι, γιατί οι περισσότεροι είναι κτήνη μια σωστή σαβούρα. Αλλοι είχαν εκληματίσει, άλλοι είχαν ληποτακτήσει, εν γένει όλοι οι χασισοπότες δω μέσα βρίσκονται. Μες στο περιβάλλον της μάντρας είναι 36 βαριά τουρκικά πυροβόλα και δυο άχρηστα αεροπλάνα. Οι άντρες της φρουράς είναι εν όλω 70. Τα φυλάκια αποτελούνται από 6. Τη νύχτα το νούμερό μας είναι 2 ώρες, τη μέρα 4 ώρες. Η θέση της δυτικής πλευράς του φυλακίου παίρνει ιδιαίτερα καθήκοντα. Κάθε φορά εμφανίζονται και πλησιάζουν προς το φρούριο πολεμικά πλοία υποχρεώνουν το φυλάκιο αυτό ν’ ανεβοκατεβάζει τη σημαία του φρούριου σε ένδειξη χαιρετισμού. Και κάθε φορά διέρχονται επιβατικά και φορτηγά πλοία υποχρεούνται να χαιρετήσουν αυτά πρώτα το φρούριο και μετά ν’ αποδώσουμε μεις το χαιρετισμό. Μια μέρα έτυχε να φυλάξω νούμερο εντός της μάνδρας και έξω από την είσοδο της υπόγειας στέγης που βρίσκονται οι κρατούμενοι. Ενας απ’ αυτούς με φώναξε από μέσα σκοπός-σκοπός. Πλησίασα στη σιδερόπορτα της φυλακής κι απάντησα ποιός με ζητάει και τι με θέλει. Κάποιος κατάδικος κρατούσε στο χέρι του ένα παγούρι, στρατιωτικό ήταν άθλιος κι ελεεινός. Ξυπόλητος, σκορπισμένα τα μαλιά του, ξεκούμπωτο το πανταλόνι του. Είχε μια μορφή πού μιαζε με τον πίθηκα. Και μού δωσε το παγούρι. Του απάντησα: Περίμενε λίγο συνάδελφε. Σε 5 λεπτά θα παραδώσω από σκοπός και θα σου γεμίσω το παγούρι. Θέλετε τώρα. Αλλά απαγορεύεται. Αλλά ο κατάδικος επιμένει να του γεμίσω το παγούρι του. Κάνω πως δεν τον ακούω κι απομακρύνθηκα μερικά βήματα και κείνος άρχισε να με βρίζει χυδαιότατα με τις λέξεις πάρε μου ρε πούστη να γ... την αδελφή, του και όλο το σόι σου. Δεν χάνω καιρό, του προτείνω το όπλο μου για να τον σκοτώσω αλλά πρόλαβε και μπήκε στο βάθος των φυλακών και κρύφτηκε πίσω απ’ τους άλλους. Και νεκροθάφτες Ο λόχος μας άφησε πίσω όλα τ’ άλλα τμήματα μηχανικό, μεταγωνικό, συζυγαρχίες κλπ. κι όλο γρήγορα πέρασε τη κωμόπολη Σεϊντή - Γαζή και καταλήξαμε στα πέρα υψώματα που είναι η ζώνη επιχειρήσεως. Εδώ μάχονται κι άλλα τάγματα δικά μας και το 5ο 42 συντ/γμα και μονάδες. Εδώ, γίνανε μάχες με τους τούρκους. Μόλις φτάσαμε ξεφορτώσανε τα μεταγωγικά του λόχου κι ο λοχαγός άνοιξε ένα τσουβάλι με αρβύλες και μας φώναξε τους ξυπόλητους να φορέσουμε καινούργιες αρβύλες. Είναι νύχτα, και στο σκοτάδι δοκίμασα και γω ένα ζευγάρι και το φόρεσα κι αυτό το βρίσκω πολύ σωστό αφού γιορτάζουμε κάνουμε γάμους, πανηγύρια γιατί να μη φορέσουμε και καινούργια παπούτσια! Μετά απ’ το μοίρασμα των αρβυλών μας δώσανε μερικά σκαπανικά και φτυάρια κι όλη τη νύχτα θάβουμε τους συνάδελφούς μας πούχαν σκοτωθεί απ’ τη προηγούμενη μέρα. Θάψαμε πρώτα τους ανθρώπους και μετά τα ζώα πούχανε σκοτωθεί κι αυτά. Θάβοντας τους συναδέλφους μας ευχόμαστε και στα δικά σου συνάδελφε ο ένας τον άλλον κι άκουγες ευχαριστώ συνάδελφε και στα δικά σου επίσης. Νέα εφεύρεση Εδώ στο ύψωμα είναι μερικά αθέριστα χωράφια που θα τα θερίζαμε εμείς και θα βολεύαμε τη πείνα μας. Αλλά ένα που πιάσανε φωτιά απ’ τις αφιλότιμες τις οβίδες και καήκαν αθέριστα. Η μοίρα μας έχει πολλά γραμμένα για μας, ούτε σισίτιο, ούτε κουραμάνα, έχουμε φτάσει στην αυτοσυντήρηση της ζωής μας. Κι έτσι αποφασίσαμε οι πιο τολμηροί, αψηφώντας τους κινδύνους να προχωρήσουμε στη νεκρή ζώνη, εκεί που φαίνεται ένα απάτητο χωριό και στ’ αλώνια του δεν υπήρχανε θυμωνιές, γιατί είχαν αλωνίσει κι όλες οι ελπίδες μας είναι στο σταροφάι. Εκεί, οικονομήσαμε αρκετό στάρι κι ένα μοσχαράκι. Αλλά μας ενοχλεί μια υπόθεση: το στάρι αργεί να βράσει και μεις το τρώμε μισοβρασμένο και με τα φουσκώνει στο στομάχι μας κι είναι δυσκολοχώνευτο, επομένως υποφέρουμε πολύ. Μάλιστα πολλοί πέθαναν από διάτρηση στομάχου. Αλλά η άμυνα κι η αυτοσυντήρησή μας συνεχίζεται, η ζωή είναι γλυκειά κι έτσι και κονομίσουμε τ’ άθραυστα βλήματα της οβίδας και κει στην οβίδα μέσα ρίχνουμε σταράκι και το γυρίζουμε με τη λαβίδα του ξίφους μας και το χτυπάμε τσάκα τσάκα και το φτιάχνουμε μπυλουχούρι. Και το μπυλουχούρι βράζει πιο γρήγορα και χωνεύεται ευκολώτερα κι είναι πιο καλά για το στομάχι. Μ’ αυτή τη νέα εφεύρεση βολευόμαστε πιο καλά. Διαβάστε αύριο για τη μεγάλη μάχη στο Σαγγάριο ποταμό κατά τη μικρασιατική εκστρατεία * Ευχαριστούμε τον κ. Χρίστο Παπαδάκη για την παραχώρηση αποσπασμάτων του ημερολογίου και του αρχειακού υλικού

http://tvxs.gr/news/taksidia-sto-xrono/imerologion-xristoy-karagianni-i-epistrateysi-toy-1918-kai-istories-apo-meto

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου