ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ
ΑΛΕΞΑΝΤΡΟΣ ΜΠΛΟΚ
Ο Μπλοκ ανήκε εξολοκλήρου στην προοκτωβριανή λογοτεχνία. Οι παρορμήσεις του Μπλοκ –είτε προς ένα θυελλώδικο μυστικισμό είτε προς την Επανάσταση– δεν ανάλαμψαν μέσα σε άδειο χώρο μα μέσα στην πολύ πυκνή ατμόσφαιρα της κουλτούρας της παλιάς Ρωσίας, των γαιοκτημόνων της και της ιντελλιγκέντσιας της.
Ο συμβολισμός του Μπλοκ είταν το καθρέφτισμα αυτού του αηδιαστικού άμεσου περιβάλλοντος. Σύμβολο είναι γενικευμένη εικόνα της πραγματικότητας. Τα ποιήματα του Μπλοκ είναι ρομαντικά, συμβολικά, μυστικιστικά, μπερδεμένα και εξωπραγματικά. Προϋποθέτουν όμως μια ζωή πολύ πραγματική με καθορισμένες μορφές και σχέσεις. Ο ρομαντικός συμβολισμός απομακρύνεται από τη ζωή μόνο στο ότι αγνοεί το συγκεκριμένο χαρακτήρα της, τα ατομικά της χαρακτηριστικά και τα ιδιαίτερα ονόματα της. Στο βάθος ο συμβολισμός είναι ένα μέσο μεταμόρφωσης και εξιδανίκευσης της ζωής. Τα ποιήματα του Μπλοκ, σπινθηροβόλα, θυελλώδικο και συγχυσμένα, καθρεφτίζουν καθορισμένο περιβάλλον και περίοδο, με τους τρόπους ζωής τους, τα έθιμα τους, τους ρυθμούς τους. Έξω απ’ αυτή την περίοδο αρμενίζουνε σα σύννεφα. Αυτή η λυρική ποίηση δεν θα επιζήσει του καιρού της ούτε του δημιουργού της.
Ο Μπλοκ ανήκε στην προοκτωβριανή λογοτεχνία, όμως ξεπέρασε αυτή την απόσταση και μπήκε στη σφαίρα του Οκτώβρη γράφοντας τους Δώδεκα. Γι’ αυτό θα καταλάβει μια ξεχωριστή θέση στην ιστορία της ρωσικής λογοτεχνίας.
Δεν πρέπει να επιτρέψουμε να αμαυρωθεί ο Μπλοκ από εκείνα τα μικροσκοπικά ποιητικά ή μισοποιητικά μορμολύκεια που στριφογυρίζουν γύρω από τη μνήμη του και που, σαν ευσεβείς ηλίθιοι, είναι ανίκανοι να καταλάβουν γιατί ο Μπλοκ, που χαιρέτησε το Μαγιακόβσκι σαν μεγάλο ταλέντο, χασμουρήθηκε φαρδιά - πλατιά μπροστά στο Γκουμίλεβ. Ο Μπλοκ, ο «πιο καθαρός» λυρικός, δεν μιλούσε για καθαρή τέχνη και δεν έβαζε την ποίηση πάνω απ’ τη ζωή. Αντίθετα, αναγνώριζε ότι «η τέχνη, η ζωή και η πολιτική είταν αδιαίρετες και αξεχώριστες». «Έχω συνηθίσει, έγραφε ο Μπλοκ στον πρόλογο του στα Αντίποινα (1919), να συνάζω τα γεγονότα που μου πέφτουνε στα μάτια σε μια δοσμένη στιγμή, σ’ όλους τους τομείς της ζωής, και είμαι σίγουρος πως όλα μαζί σχηματίζουν πάντα μια μουσική συμφωνία». Αυτό είναι πολύ πιο μεγάλο, πιο δυνατό και πιο βαθύ από έναν αυτοϊκανοποιημένο αισθηματισμό κι απ’ όλους τους παραλογισμούς για την ανεξαρτησία της τέχνης σε σχέση με την κοινωνική ζωή.
Ο Μπλοκ γνώριζε την άξια της ιντελλιγκέντσιας. «Είμαι ωστόσο συγγενής εξ αίματος με την ιντελλιγκέντσια, λέει, μα η ιντελλιγκέντσια στάθηκε πάντα αρνητική. Μη έχοντας περάσει με το μέρος της Επανάστασης, μου είταν ακόμα λιγότερο ενδεδειγμένο να περάσω με το μέρος του πολέμου». Ο Μπλοκ δεν πέρασε «με το μέρος της Επανάστασης», μα πάνω σ’ αυτήν ρύθμισε την πνευματική του πορεία. Ήδη το πλησίασμα της Επανάστασης του 1905 άνοιξε στο Μπλοκ το εργοστάσιο και για πρώτη φορά ανέβασε την τέχνη του πάνω από τα λυρικά πούσια. Η πρώτη επανάσταση μπήκε στην ψυχή του και τον απόσπασε από την ατομικιστική αυτοϊκανοποίηση και το μυστικιστικό ησυχασμό. Ο Μπλοκ ένιωσε ότι η μεσοεπαναστατική αντίδραση, αποτελούσε ένα πνευματικό κενό, κι ότι η απουσία σκοπού από την εποχή την έκανε ιππόδρομο με μυρτέλαιο αντί για αίμα. Ο Μπλοκ έγραψε επίκαιρα για «το αληθινό μυστικιστικό σούρουπο των χρόνων που προηγήθηκαν από την πρώτη επανάσταση» και για τα «ψευτομυστικιστικά παρεπόμενα που την ακολούθησαν αμέσως», (Αντίποινα). Η δεύτερη επανάσταση τον ξύπνησε, τον έβαλε σε κίνηση, προς ένα σκοπό και σε ορισμένη κατεύθυνση. Ο Μπλοκ δεν είταν ο ποιητής της Επανάστασης. Γαντζώθηκε από τον τροχό της Επανάστασης ενώ κείτονταν μέσα στο ηλίθιο αδιέξοδο της προεπαναστατικής ζωής και τέχνης. Το ποίημα με τον τίτλο Οι Δώδεκα, το πιο σπουδαίο έργο του Μπλοκ, το μόνο που θα ζήσει μέσα στους αιώνες, στάθηκε το αποτέλεσμα εκείνης της επαφής.
Καθώς το είπε ο ίδιος, ο Μπλοκ έφερνε μέσα του το χάος σ’ όλη του τη ζωή. Ο τρόπος που το έλεγε αυτό είταν συγχυσμένος, όπως η φιλοσοφία του για τη ζωή και τα ποιήματα του είτανε συγχυσμένα στο σύνολο τους. Εκείνο που αισθανότανε σαν χάος είταν η ανικανότητα του να συνδυάσει το υποκειμενικό και το αντικειμενικό, η συνετή και προσεκτική αβουλία του σε μιαν εποχή που είδε την προπαρασκευή κι ύστερα το ξαπόλυμα των πιο μεγάλων γεγονότων. Μέσα απ’ όλες αυτές τις αλλαγές ο Μπλοκ έμεινε ένας αληθινός ντεκαντάν, με την πλατιά ιστορική έννοια του όρου, στην έννοια όπου ο παρακμιακός ατομικισμός προσκρούει στον ατομικισμό της ανερχόμενης μπουρζουαζίας.
Το εναγώνιο αίσθημα του χάους, στο Μπλοκ, τραβιότανε σε δυο κύριες κατευθύνσεις, η μια μυστικιστική, η άλλη επαναστατική. Δε βρήκε τελικά λύση σε καμιά. Η θρησκεία του είταν σκοτεινή και μπερδεμένη, καθόλου επιτακτική, όπως είταν και τα ποιήματα του. Η επανάσταση που έπεσε πάνω στον ποιητή σα χαλάζι από γεγονότα, γεωλογικό κατρακύλισμα από συμβάντα, ανασκεύασε ή μάλλον συμπαράσυρε τον προεπαναστατικό Μπλοκ που ασωτεύονταν σε χαυνότητες και προαισθήματα. Αυτή έπνιξε την τρυφερή, τη μουρμουριστή νότα του ατομικισμού μέσα στη βρυχώμενη και ασθματική μουσική της καταστροφής. Έπρεπε τότε να διαλέξει. Βέβαια, οι ποιητές του σαλονιού μπορούσαν να συνεχίσουν το κελάρυσμα τους χωρίς να κάνουνε την εκλογή τους, και δεν είχαν παρά να προσθέσουν εκεί τα μοιρολόγια τους για τις δυσκολίες της ζωής. Μα ο Μπλοκ, που παρασύρθηκε από την περίοδο και τη μετέφρασε στη δίκη του εσωτερική γλώσσα, είχε να διαλέξει και διάλεξε γράφοντας τους Δώδεκα.
Αυτό το ποίημα είναι το δίχως άλλο το μεγαλύτερο επίτευγμα του Μπλοκ. Στο βάθος είναι μια κραυγή απελπισίας για το παρελθόν που ψυχομαχάει, όμως μια κραυγή απελπισίας που υψώνεται ως την ελπίδα για το μέλλον. Η μουσική των τρομερών γεγονότων έχει εμπνεύσει το Μπλοκ. Αυτή μοιάζει να του λέει: «Ό,τι έγραψες ως τώρα δεν είναι σωστό. Καινούργιοι άνθρωποι έρχονται. Φέρνουν καινούργιες καρδιές. Δεν έχουν ανάγκη από τα παλιά γραπτά σου. Η νίκη τους πάνω στον παλιό κόσμο αντιπροσωπεύει μια νίκη πάνω σε σένα τον ίδιο, πάνω στα ποιήματα σου που δεν εκφράσανε παρά το μαρτύριο του παλιού κόσμου πριν από το θάνατο του». Αυτό το άκουσε ο Μπλοκ και το παραδέχτηκε. Επειδή όμως είταν σκληρό να το παραδεχτεί και ζητούσε να στηρίξει την απιστία του με την επαναστατική του πίστη, επειδή ήθελε να ταμπουρωθεί και να πειστεί, εξέφρασε την αποδοχή του για την Επανάσταση στις πιο ακραίες εικόνες, για να κάψει τα γεφύρια πίσω του. Ο Μπλοκ δεν κάνει ούτε σκιά απόπειρας για την επαναστατική αλλαγή. Αντίθετα, την παίρνει στις πιο χοντροκομμένες μορφές της –μια απεργία με πόρνες, ο σκοτωμός της Κάτκα από έναν κόκκινο φρουρό, η λεηλασία ενός μπουρζουαζόσπιτου– και λέει: τα αποδέχομαι αυτά, και τα εξαγιάζει όλα αυτά κατά τρόπο προκλητικό με τις ευλογίες του Χριστού. Ίσως δοκιμάζει ακόμα να περισώσει την καλλιτεχνική εικόνα του Χριστού δίνοντας της τα υποστυλώματα της Επανάστασης.
Παρ’ όλα αυτά Οι Δώδεκα δεν είναι το ποίημα της Επανάστασης. Είναι το κύκνειο άσμα της ατομικιστικής τέχνης που πέρασε στην Επανάσταση. Αυτό το ποίημα θα μείνει. Γιατί αν τα δειλινά ποιήματα του Μπλοκ είναι θαμένα μέσα στο παρελθόν (τέτοιες περίοδες δε θα ξαναγυρίσουν πια), Οι Δώδεκα θα μείνουν με το σκληρόν αγέρα τους, με τις προκηρύξεις τους, με την Κάτκα να κείτεται στο χιόνι, με το επαναστατικό τους βήμα και τον παλιό κόσμο που ψοφάει σαν ψωραλέο σκυλί.
Το γεγονός ότι ο Μπλοκ έγραψε τους Δώδεκα κ’ ύστερα σώπασε, έπαψε ν’ ακούει μουσική, οφείλεται τόσο στο χαρακτήρα του όσο και στην ελάχιστα κοινή «μουσική» που είχε ακούσει στα 1918. Η σπασμωδική και παθητική ρήξη με όλο το παρελθόν έγινε για τον ποιητή ρήξη μοιραία. Αφαιρώντας τις καταστροφικές διεργασίες που υπόσκαφταν τον οργανισμό του, ο Μπλοκ δε θα μπορούσε ίσως να συνεχίσει να βαδίζει παρά σε συμφωνία με γεγονότα επαναστατικά που ν’ αναπτύσσονται σε ισχυρό σπείρωμα που ν’ αγκαλιάζει ολόκληρο τον κόσμο. Μα το βάδισμα της ιστορίας δεν προσαρμόζεται με τις ψυχικές ανάγκες ενός ρομαντικού χτυπημένου από την Επανάσταση. Για να μπορέσει κανείς να κρατηθεί πάνω στις πρόσκαιρες αμμόξερες, χρειάζεται άλλη διάπλαση, πίστη διαφορετική στην Επανάσταση, κατανόηση των διαδοχικών ρυθμών της κι όχι μόνο κατανόηση της χαοτικής μουσικής των παλιρροιών της. Ο Μπλοκ δεν κάτεχε, δε μπορούσε να τα κατέχει όλα αυτά. Οι ηγήτορες της Επανάστασης είταν όλοι τους άνθρωποι που η ψυχολογία τους και η διαγωγή τους του είταν ξένα πράγματα.
Να γιατί κλείστηκε στον εαυτό του και σώπασε ύστερα από τους Δώδεκα. Και κείνοι που είχε ζήσει μαζί τους πνευματικά, οι σοφοί κι οι ποιητές, οι ίδιοι εκείνοι που είναι πάντα «αρνητικοί», του γύρισαν τις πλάτες με κακία και μίσος. Αυτοί δε μπορούσαν να του συγχωρήσουνε τη φράση για το ψωραλέο σκυλί. Έπαψαν να σφίγγουνε το χέρι του Μπλοκ σα να είτανε προδότης, και μόνο ύστερα από το θάνατο του «φιλιώσανε μαζί του» και επιχείρησαν να αποδείξουν πως Οι Δώδεκα δεν περιείχαν τίποτα το απροσδόκητο, πως αυτό δεν προερχόταν από τον Οκτώβρη μα από τον παλιό Μπλοκ, πως όλα τα στοιχεία των Δώδεκα είχανε τις ρίζες τους στο παρελθόν. Και να μη φαντάζονται οι μπολσεβίκοι πως ο Μπλοκ είτανε δικός τους! Πραγματικά δεν είναι δύσκολο να βρούμε στο Μπλοκ περίοδες, ρυθμούς, παρηχήσεις, στροφές που βρίσκουν την πλήρη ανάπτυξη τους στους Δώδεκα. Μα μπορεί και νά ’βρει κανείς στον ατομικιστή Μπλοκ ρυθμούς και διαθέσεις ολότελα αλλιώτικες. Ωστόσο είναι ακριβώς ο ίδιος εκείνος Μπλοκ που στα 1918 βρήκε μέσα του (όχι στο λιθόστρωτο, σίγουρα, μα μέσα του) την παφλαστική μουσική των Δώδεκα. Χρειαζότανε γι’ αυτό το λιθόστρωτο του Οκτώβρη. Άλλοι εγκαταλείψανε κείνο το λιθόστρωτο βιαστικά για να πάνε στο εξωτερικό ή μετακόμισαν σε εσωτερικά νησιά. Εδώ βρίσκεται ο κόμπος του ζητήματος κι αυτό που δε συγχωρούν στο Μπλοκ!
Όλ’ οι χορτάτοι έτσι χολιάζουν
Και οι σπουδαίες κοιλιές ναρκώνουν από φούσκωση,
Το παχνί τους τουμπάρισε,
νησυχία βασιλεύει στο σάπιο χοιροστάσι τους.
(Α. Μπλοκ, «Οι χορτάτοι»)
Ωστόσο, Οι Δώδεκα δεν είναι το ποίημα της Επανάστασης. Γιατί η σημασία της Επανάστασης σα στοιχειακής δύναμης (αν θέλει κανείς να την θεωρήσει μόνο σαν στοιχειακή δύναμη) δε συνίσταται στο να ανοίξει δρόμο στον ατομικισμό για νά ’βγει από το αδιέξοδο όπου έχει πέσει. Η βαθιά σημασία της Επανάστασης μένει κάπου έξω από το ποίημα. Το ίδιο το ποίημα είναι εκκεντρικό με την έννοια που χρησιμοποιείται αυτός ο όρος στη φυσική. Να γιατί ο Μπλοκ στεφανώνει το ποίημα του με τη μορφή του Χριστού. Μα ο Χριστός δεν ανήκει καθόλου στην Επανάσταση, μόνο στο παρελθόν του Μπλοκ.
Όταν ο Άϊχενβαλντ, εκφράζοντας την αστική στάση απέναντι στους Δώδεκα, λέει ανοιχτά και όχι δίχως πρόθεση να βλάψει, ότι οι πράξεις των ηρώων του Μπλοκ χαρακτηρίζουν για καλά τους «συντρόφους», εκπληρώνει το χρέος που έχει ορίσει στον εαυτό του: να συκοφαντήσει την Επανάσταση. Ένας κόκκινος φρουρός σκοτώνει την Κάτκα από ζήλεια. Είναι αυτό δυνατό ή όχι; Είναι ολότελα δυνατό. Μα αν ένας τέτοιος κόκκινος φρουρός είχε πιαστεί, θα καταδικαζότανε σε θάνατο από το Επαναστατικό Δικαστήριο. Η Επανάσταση που μεταχειρίζεται τη φοβερή σπάθα της τρομοκρατίας, την κρατάει αυστηρά σαν δικαίωμα της πολιτείας. Να επιτρέψουμε να χρησιμοποιηθεί η τρομοκρατία σε προσωπικούς σκοπούς, θά ’τανε σα να απειλούμε την Επανάσταση με αναπόφευκτη καταστροφή. Από τις αρχές κιόλας του 1918 η Επανάσταση έβαλε τέλος στην αναρχική ακαταστασία κι έκανε ανελέητη και νικηφόρα πάλη ενάντια στις διαλυτικές μέθοδες του κλεφτοπόλεμου.
«Ανοίξτε τα κελάρια σας! Το σκυλολόι θα ξεφαντώσει». Αυτό έγινε. Όμως τι αιματηρές συγκρούσεις δεν ξέσπασαν γι’ αυτό τον ίδιο λόγο ανάμεσα στους κόκκινους φρουρούς και τους πλιατσικολόγους! «Εγκράτεια» είταν ένα σύνθημα γραμμένο πάνω στη σημαία της Επανάστασης. Η Επανάσταση είταν ασκητική, ιδίως στην περίοδο της μεγαλύτερης έντασης της. Απ’ αυτό βγαίνει ότι ο Μπλοκ δε δίνει έναν πίνακα της Επανάστασης, σίγουρα όχι όπως και νά ’ναι του έργου της πρωτοπορίας της, μα των φαινομένων που την συνοδεύουν, που προκαλούνται απ’ αυτήν, μα που από φύση τους έρχονται σε αντίφαση μαζί της. Ο ποιητής μοιάζει σα να θέλει να πει πως νιώθει κ’ εδώ την Επανάσταση, πως διακρίνει εκεί την πνοή της, το τρομερό χτυποκάρδι, την έγερση, την παλικαριά, τον κίνδυνο, και ότι, ακόμα και σ’ αυτές τις επαίσχυντες, άφρονες και αιματηρές εκδηλώσεις καθρεφτίζεται το πνεύμα της Επανάστασης που, για το Μπλοκ, είναι το πνεύμα ενός βίαιου και ασυγκράτητου Χριστού.
Απ’ όσα γράφτηκαν γύρω από το Μπλοκ και τους Δώδεκα, το έπαθλο πέφτει ίσως στον Τσουκόβσκι. Το βιβλιαράκι του για το Μπλοκ δεν είναι χειρότερο από τα αλλά του βιβλία: οίστρος φαινομενικός μα ολοκληρωτική ανικανότητα να βάλει τάξη στις σκέψεις του, έκθεση τραχιά, ρυθμός επαρχιακής εφημερίδας, καθώς και φτωχός σχολαστικισμός και τάση για γενίκευση στη βάση αδικαιολόγητων αντιθέσεων. Και ο Τσουκόβσκι ανακαλύπτει πάντα κείνο που κανένας ποτέ δεν είδε. Θεώρησε ποτέ κανένας τους Δώδεκα σαν το ποίημα της Επανάστασης, κείνης της Επανάστασης που έγινε τον Οκτώβρη; Ο θεός να μας φυλάει απ’ αυτό! Ο Τσουκόβσκι θα τα εξηγήσει όλα αυτά στη στιγμή και θα συμφιλιώσει οριστικά το Μπλοκ με την «κοινή γνώμη». Οι Δώδεκα δεν τραγουδούν την Επανάσταση μα τη Ρωσία στο πείσμα της Επανάστασης: «Να ένας επίμονος εθνικισμός, που τίποτα δεν τον ταράζει και που θέλει να βλέπει την αγιότητα ακόμα και στην ασκήμια, όσο αυτή η ασκήμια είναι η Ρωσία»,. (Κ.Τσουκόβσκι, Ένα βιβλίο για τον Αλέξαντρο Μπλοκ).Ο Μπλοκ αποδέχεται λοιπόν τη Ρωσία στο πείσμα της Επανάστασης ή, για νά ’μαστε πιο ακριβολόγοι, στο πείσμα της ασκήμιας της Επανάστασης. Τέτοιος μοιάζει να είναι ο συλλογισμός του, τουλάχιστο αυτό καταλαβαίνει κανείς. Σύγκαιρα, όμως, βρίσκεται ότι ο Μπλοκ είτανε πάντα (!) ο ποιητής της Επανάστασης, «μα όχι της Επανάστασης που γίνεται τώρα αλλά μιας άλλης επανάστασης, εθνικής και ρωσικής...». Είναι σα να πέφτεις από τη Χάρυβδη στη Σκύλλα. Έτσι, ο Μπλοκ στους Δώδεκα δεν τραγουδούσε τη Ρωσία στο πείσμα της Επανάστασης, μα ίσα ίσα την επανάσταση: όχι εκείνη που γίνεται, ωστόσο, μα μιαν άλλη που η ακριβής διεύθυνση της είναι πολύ γνωστή στον Τσουκόβσκι. Να πως αυτό το ταλαντούχο αγόρι εκφράζεται πάνω σ’ αυτό: «Η Επανάσταση που τραγούδησε δεν είταν η επανάσταση που γινόταν γύρω του, μα μιαν άλλη, αληθινή, φλογοβόλα». Πριν από λίγο δεν ακούσαμε ότι τραγούδησε την ασκήμια, όχι μια πύρινη φλόγα; Και ότι τραγούδησε αυτή την ασκήμια γιατί είταν ρωσική, κι όχι γιατί είταν επαναστατική; Ανακαλύπτουμε τώρα πως δεν αποδέχεται καθόλου την ασκήμια της αληθινής επανάστασης επειδή αυτή η ασκήμια είταν ρωσική μα πως τραγούδησε με έξαρση την άλλη επανάσταση, την αληθινή και φλογοβόλα, για το μοναδικό λόγο ότι αυτή κατευθυνόταν ενάντια στην υπάρχουσα ασκήμια!
Ο Βάνκα σκοτώνει την Κάτκα με το τουφέκι που του έδωσε η τάξη του για να υπερασπίσει την επανάσταση. Εμείς λέμε πως αυτό είναι δευτερότερο σε σχέση με την επανάσταση. Ο Μπλοκ θέλει το ποίημα του να λέει: το αποδέχομαι κι αυτό γιατί κ’ εδώ ακούω τη δυναμική των γεγονότων και τη μουσική της θύελλας. Μα να που ο διερμηνέας του, Τσουκόβσκι, επιφορτίζεται να μας το εξηγήσει. Ο σκοτωμός της Κάτκα από το Βάνκα είναι η ασκήμια της επανάστασης. Ο Μπλοκ αποδέχεται τη Ρωσία, ακόμα και μ’ αυτή την ασκήμια, επειδή αυτή είναι ρωσική. Ωστόσο, τραγουδώντας το σκοτωμό της Κάτκα από το Βάνκα και τη λεηλασία των σπιτιών, ο Μπλοκ τραγουδάει όχι εκείνη την πραγματική Επανάσταση, τη ρωσική, την άσκημη, τη σημερινή, μα την άλλη, την αληθινή και φλογοβόλα. Τη διεύθυνση αυτής της αληθινής και φλογοβόλας επανάστασης ο Τσουκόβσκι θα μας τη δώσει σε λίγο.
Αν για το Μπλοκ η επανάσταση είναι η ίδια η Ρωσία, τέτοια που είναι, τότε τι σημαίνει ο «ρήτορας» που βλέπει την επανάσταση σαν προδοσία; Τι σημαίνει ο ιερέας που διαβάζει παράμερα; Τι σημαίνει η έκφραση: «παλιός κόσμος σαν ψωραλέο σκυλί;». Τι σημαίνουν οι Ντενίκιν, Μιλιουκόβ, Τσερνόβ και οι εμιγκρέδες; Η Ρωσία κόπηκε στα δυο. Αυτό είναι η επανάσταση. Ο Μπλοκ ονομάζει το ένα μισό «ψωραλέο σκυλί», το άλλο το ευλογάει με ότι έχει στη διάθεση του: στίχους και Χριστό. Κι όμως ο Τσουκόβσκι δηλώνει πως πρόκειται για απλή παρανόηση. Τι τσαρλατανισμός, τι άσεμνη ατημελησία της σκέψης, τι πνευματική μηδαμινότητα, τι μπλα μπλα!
Βέβαια ο Μπλοκ δεν είναι από τους δικούς μας. Μα ήρθε προς εμάς. Και κάνοντας το αυτό, συντρίφτηκε. Το αποτέλεσμα της απόπειρας του είναι το πιο σημαντικό έργο της εποχής μας. Το ποίημα του, Οι Δώδεκα, θα ζήσει για πάντα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου