Επέστρεψα μετά από επτά μέρες απουσίας στο μέρος όπου τα τελευταία
χρόνια περνώ τις μέρες της σταύρωσης και της ανάστασης.
Έχοντας αυτή τη χρονιά χορηγό την καλή μας κυβέρνηση που μου
προσέφερε άφθονο χρόνο για να βιώσω τα θεία πάθη, συνάδοντα
με την ολιγάρκεια, που ανέκαθεν η φύση εδίδασκε αλλά τώρα
επικροτείται και από τις περιστάσεις.
Έτσι έγινε και δεν είδα για μια πρώτη φορά...
τον αγώνα των επισκεπτών του ταπεινού χωριού να κρύψουν τη δυστυχία τους. Να τη στολίσουν με το αστραφτερό τζίπ ή το τελευταίο μοντέλο κινητού. Χρόνια τώρα οι επισκέπτες του διέχεαν γύρω τους επί δύο ημέρες την εικονική ευτυχία τους, μας απεκάλυπταν τη συνταγή μιας ψευδεπίγραφης ευδαιμονίας. Σε αντάλλαγμα ζητούσαν κάτι πολύ ταπεινό:να κερασθούν έναν καφέ των 50 λεπτών.
Είδα όμως τους απόντες,
που ήταν πολλοί. Άλλοι στον ουρανό, άλλοι θαμμένοι μέσα στα σκοτεινά τους δωμάτια-καταφύγια, ελπίζοντας σε προστασία από τους βομβαρδισμούς. Μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά. Μα πιο πολύ αισθητή ήταν η απουσία των πρώτων. Που εγκαταλείπουν στη γή μια ταπεινή μαρτυρία της κάποτε ύπαρξής τους.
Έτσι έγινε και άκουσα τη Σιωπή,
να εκρήγνυται ακόμη και τη μέρα, κάτω από το φώς του ήλιου, να σμίγει με τα τιτιβίσματα των χελιδονιών. Ερχόταν από τα βουνά, όπου ήταν εξορισμένη εδώ και πολλά χρόνια, κατέβαινε στα σπίτια, κυρίευε τα καφενεία και τα μαγαζιά, εισχωρούσε μέσα στα σώματα. Και έφραζε στόματα-μήτε φωνή, μήτε γέλιο. Κάποιοι ντόπιοι λαλούσαν για λίγο, κοιτώντας τους επισκέπτες και κουνώντας το κεφάλι. Και αυτοί από απέναντι τους απαντούσαν γνέφοντας, θαρθεί και η σειρά σας.
Και συνάντησα,
Το Φώς και την Ομορφιά, ανηφορίζοντας κατά κεί που ερχόταν η Σιωπή. Στο βασίλειό της, όπου είχε επιβάλλει τους δικούς της νόμους, όπου είχε ορίσει τα μέτρα της ευτυχίας του καθενός, επιτρέποντας μόνο το βουητό από τις μέλισσες και τους χορούς των πουλιών. Για το γένος μας είχε διαφυλλάξει στολισμένο τον ανηφορικό δρόμο προς τις αυλές της, τιμωρία και διδαχή, για τον εξαγνισμό του από κάποιο προπατορικό αμάρτημα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου