Για την ενότητα της Αριστεράς...Για μια πολυκεντρική Αριστερά...Για την ενότητα στη βάση

Κυριακή 6 Ιουλίου 2014

(Και η Αλάσκα δεν είναι ιμπεριαλιστική, είναι εξαρτημένη)! ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟΣ Ή ΤΑΞΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ; ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ!

(Σάββ. 05/000007/14 - 15:16)
Του ΝΕΣΤΟΡΑ ΝΕΣΤΟΡΙΔΗ
Μετά τις ευρωεκλογές άνοιξε ένας εξαιρετικά ενδιαφέρον διάλογος μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ γύρω από διάφορα θέματα, τα περισσότερα των οποίων είναι καίριας σημασίας, όπως η σχέση ηγεσίας-κόμματος. Ένα από αυτά τα ζητήματα είναι και η εκφορά ενός «εθνικού», «πατριωτικού» λόγου. Ο διάλογος αυτός είναι διαρκής μέσα στην Αριστερά και επ’ αυτού θα ήθελα να παραθέσω κάποιες σκέψεις και την άποψη μου.

Κατ’ αρχάς θα συμφωνήσω με τον σ. Δημοσθένη Παπαδάτο στο σημείο που λέει πως η εκφορά «ταξικού» ή «πατριωτικού» λόγου δεν είναι ζήτημα γούστου. Είναι ζήτημα του πώς αντιλαμβανόμαστε τις αντιθέσεις (στην Ελλάδα) σήμερα και του πώς προσδιορίζουμε τον τακτικό και τον στρατηγικό μας στόχο. Αν δεν τοποθετήσουμε έτσι το σκεπτικό μας, τότε κάθε άλλη απάντηση θα διακατέχεται αναγκαστικά από έντονο άρωμα «γούστου».
ΣΕ ΤΙ ΧΩΡΑ ΖΟΥΜΕ;
Πριν μπούμε στο ερώτημα περί αντιθέσεων θα πρέπει να εξετάσουμε το πού βρισκόμαστε. Είναι γνωστή η μεγάλη συνεισφορά του Λένιν στην συγκεκριμένη συζήτηση. Είναι εκείνος που μπόρεσε να θεωρητικοποιήσει το σχήμα του ιμπεριαλισμού, να το τοποθετήσει με μαρξιστικό τρόπο και τελικά να πει πως ο ιμπεριαλισμός είναι το έσχατο στάδιο του καπιταλισμού. Να σημειώσουμε πως το έργο του Λένιν δεν διακατέχεται από κανενός είδους δογματισμό, καθώς ο ίδιος παίρνει στοιχεία από μελετητές που ουδεμία σχέση είχαν με το μαρξισμό, ενώ η συνεισφορά του αναγνωρίζεται και από αστούς θεωρητικούς (ίσως όχι τόσο όσο εκείνη του Μαρξ, γιατί ο Λένιν πραγμάτωσε και μία επανάσταση, προκαλώντας τη μήνη των απανταχού ιμπεριαλιστών), σε σημείο που να έχει προταθεί για το Νόμπελ Οικονομίας από το αμερικάνικο περιοδικό «Counterpunch».
Κατά την άποψη μου, τα πέντε γνωρίσματα του ιμπεριαλισμού (συγκέντρωση παραγωγής και κεφαλαίου, κυριαρχία μονοπωλίων, σύμφυση τραπεζικού και βιομηχανικού κεφαλαίου κλπ) ισχύουν ακόμα σήμερα –ίσως και σε πιο έντονο βαθμό- κάνοντας την ανάλυση του Λένιν επίκαιρη. Τα γνωρίσματα αυτά συνιστούν τη «βάση» του ιμπεριαλισμού. Η μορφή του «εποικοδομήματος» μπορεί να αλλάζει από εποχή σε εποχή. Έτσι, για παράδειγμα, πριν εκατό χρόνια η αποικιοκρατία ήταν κυρίαρχη, και έτσι η κατηγοριοποίηση των χωρών γινόταν και με κριτήρια κτήσης αποικιών.
Σήμερα η κατηγοριοποίηση των χωρών πρέπει να γίνει με κύριο κριτήριο την εξάρτηση, όπως την ορίζει ο Βασίλης Λιόσης στο βιβλίο του «Ιμπεριαλισμός και εξάρτηση». Δηλαδή ως έκφραση σχέσεων οικονομικής κυριαρχίας μεταξύ κρατικών οντοτήτων, οι οποίες εκπορεύονται από την ανισόμετρη ανάπτυξη του καπιταλισμού. Η κυριαρχία αυτή γίνεται με τη συναίνεση της αστικής τάξης της εξαρτημένης χώρας, είτε γιατί εκείνη βγαίνει κερδισμένη είτε γιατί δεν έχει άλλη επιλογή. Ως εκ τούτου, σήμερα υπάρχουν πρώτον τα ιμπεριαλιστικά κράτη στα οποία εδράζονται τα πιο ισχυρά μονοπώλια, τα οποία χρησιμοποιούν τα ανωτέρω κράτη ως διαμεσολαβητή και διεκπεραιωτή των οικονομικών τους συμφερόντων στη διεθνή και εγχώρια σκηνή, και δεύτερον τα εξαρτημένα κράτη, στα οποία είτε δεν υπάρχουν μονοπώλια, είτε εκείνα δεν έχουν την ισχύ ώστε να χαράξουν την κατεύθυνση των γενικότερων πολιτικών επιλογών στο διεθνές στερέωμα (ενδεχομένως σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και στην ίδια τους τη χώρα).
Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να δούμε αν η Ελλάδα είναι χώρα ιμπεριαλιστική ή εξαρτημένη. Είναι ένα θέμα που ταλανίζει την Αριστερά εδώ και δεκαετίες. Θεωρούμε, όμως, πως η απάντηση δόθηκε οριστικά το 2010. Η εισαγωγή της χώρας στο μνημόνιο, οι νεοαποικιοκρατικές δανειακές συμβάσεις, η υπαγωγή στο αγγλικό Δίκαιο, η επιτροπεία από τους Ράιχενμπαχ και Φούχτελ, οι «υποδείξεις» των ευρωπαίων και η ξένη παρέμβαση στην προεκλογική περίοδο του 2012 όχι απλά δείχνουν ότι η Ελλάδα είναι εξαρτημένη χώρα –με έντονα στοιχεία νεοαποικιοποίησης μάλιστα-, αλλά επιβεβαιώνουν με τον πιο «πανηγυρικό» τρόπο ότι είχαν δίκιο όσοι επέμεναν πως η εξάρτηση της Ελλάδας βαθαίνει μέσα στην ΕΕ και στο ευρώ, απορρίπτοντας τις διάφορες θεωρίες της σύγκλισης.
Σίγουρα, όπως σε κάθε φαινόμενο μπορούν να βρεθούν αντιφάσεις (πχ ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο, ελληνική διείσδυση στα Βαλκάνια, απεμπλοκή από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ επί Καραμανλή κλπ). Η κυρίαρχη τάση όμως είναι αυτή της εξάρτησης και αυτό δεν μπορεί να αναιρεθεί ούτε από επιμέρους ισχυρά τμήματα του ελληνικού κεφαλαίου, ούτε από μία κάποια (που δεν ήταν η ισχυρότερη) οικονομική διείσδυση στα Βαλκάνια. Και η κυριαρχία της τάσης αυτής επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η Ελλάδα επέστρεψε κανονικά στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ και συνεχίζει να παρέχει αδιάκοπα χρήμα, στρατό, έδαφος, ύδωρ και αέρα στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, τις οποίες στηρίζει ακόμα και αν απειλείται ελληνικό στοιχείο (βλ. Ουκρανία).
ΠΕΡΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ [1]
Όλοι –όσοι αναφέρονται στην Αριστερά και χρησιμοποιούν τον διαλεκτικό υλισμό ως αναλυτικό εργαλείο- παραδέχονται πως η βασική αντίθεση σήμερα στην Ελλάδα είναι μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, όπως και σε κάθε άλλη χώρα που έχει καπιταλισμό, ανεξαρτήτως αν είναι ιμπεριαλιστική, εξαρτημένη, κατεχόμενη, προτεκτοράτο ή οτιδήποτε άλλο. Ο κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής και η ατομική ιδιοποίηση του παραγόμενου πλούτου συνιστούν την αντίθεση η οποία λύνεται μόνο με το ξεπέρασμα του καπιταλισμού και το πέρασμα στην αταξική κοινωνία.
Από την άλλη μεριά, η κύρια αντίθεση διαφέρει από χώρα σε χώρα, ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης και την πολιτική ισχύ των μονοπωλίων που δραστηριοποιούνται σε εκείνη (αν υπάρχουν τέτοια). Στην Ελλάδα η κύρια αντίθεση εστιάζεται στα μονοπώλια (εγχώρια και ξένα) και τον ιμπεριαλισμό από τη μία μεριά και στον λαό από την άλλη. Οι επιπτώσεις της δράσης των μονοπωλίων δεν περιορίζονται μόνο στην εργατική τάξη, αλλά επεκτείνονται σε πλατιά λαϊκά στρώματα (αγρότες, μικρομεσαίοι επαγγελματίες κλπ) τα οποία ειδικά μέσα στην κρίση προλεταριοποιούνται βίαια. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε πως αντιλήψεις που μιλάνε για συμμαχία της αστικής τάξης με την μικροαστική (η οποία «επωφελείται» από τη μείωση των μισθών) δεν στέκουν. Οι μικρομεσαίοι κατά κύριο λόγο δεν απασχολούν πολυάριθμο προσωπικό, ενώ από την άλλη εξαρτώνται από την εγχώρια αγοραστική δύναμη (η οποία συνθλίβεται από την ακολουθούμενη πολιτική) καθώς δεν έχουν τη δυνατότητα να εξάγουν, ενώ από την άλλη συνθλίβονται και από τα δάνεια τα οποία σύναψαν στο παρελθόν, τα οποία δεν μπορούν να αποπληρώσουν. Έτσι, διαμορφώνονται οι συνθήκες για μία ευρεία κοινωνική συμμαχία στη βάση αντιμονοπωλιακών-αντιιμπεριαλιστικών αιτημάτων που στόχο θα έχει την ανατροπή της υπάρχουσας πολιτικής.
ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ
Είναι προφανές πως για κάθε αριστερό κόμμα –σε όποια χώρα και αν βρίσκεται- στρατηγικός στόχοςπρέπει να είναι η μετάβαση στην αταξική κοινωνία και η άρση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ο στρατηγικός στόχος δηλαδή είναι άμεσα συνδεδεμένος με την εξάλειψη της βασικής αντίθεσης. Επειδή όμως, όπως είπαμε και πιο πάνω, η κύρια αντίθεση είναι αυτή που είναι αυτή που παίζει πρωταρχικό ρόλο στο δοσμένο στάδιο, ο τακτικός στόχος πρέπει να καθορίζεται από εκείνη. Έτσι, άμεσος τακτικός στόχος πρέπει να είναι η ήττα των μονοπωλίων. Μέσα σε αυτόν τον στόχο εντάσσεται η αντιμνημονιακή πάλη και ο αγώνας για δημοκρατία.
Προφανώς ο τακτικός στόχος δεν –πρέπει να- είναι πλήρως αυτονομημένος από τον στρατηγικό. Ίσα-ίσα, η επίτευξη εκείνου του στόχου είναι που μας φέρνει πιο κοντά στην επίτευξη του στρατηγικού στόχου, αφού όπως έχουμε πει η κύρια αντίθεση καθορίζεται σε τελική ανάλυση από τη βασική. Όπου η κύρια αντίθεση έχει ταυτιστεί με τη βασική (ή έχει υποτιμηθεί), όπου υπήρξε σύγχυση μεταξύ τακτικού και στρατηγικού στόχου η περιθωριοποίηση ήταν αναπόφευκτη συνέπεια (βλ. τμήμα της αριστεράς στην Κατοχή που ζητούσε αντικαπιταλιστικό αγώνα, αντί για εθνικοαπελευθερωτικό).
ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ
Κατά την άποψη μου, βασικός πυλώνας για την επίτευξη του τακτικού στόχου πρέπει να είναι και ο αγώνας για εθνική ανεξαρτησία σε όλα τα επίπεδα. Αυτό επ’ ουδενί δεν υπονοεί μία συμμαχία με τμήματα της αστικής τάξης. Άλλωστε η αστική τάξη στην Ελλάδα επωφελείται από τη δράση των ξένων μονοπωλίων, είτε σε οικονομικό είτε σε πολιτικό επίπεδο. Άρα ο αγώνας για εθνική ανεξαρτησία μας φέρνει de facto απέναντι στην αστική τάξη, ενώ αποτελεί προνομιακό πεδίο παρέμβασης για την Αριστερά, καθώς με αυτόν τρόπο έρχεται σε επαφή με στρώματα τα οποία δεν είχαν καμία σχέση μαζί της μέχρι πρότινος, αφού είναι εγγεγραμένα στην αντίληψη τους στοιχειώδεις αστικοδημοκρατικές κατακτήσεις (λαϊκή και εθνική κυριαρχία πχ), οι οποίες με την εισαγωγή της χώρας στα μνημόνια φάνηκε πως ουδέποτε είχαν επιτευχθεί στην Ελλάδα.
Για να γίνω συγκεκριμένος, η απεμπόληση βασικών κυριαρχικών δικαιωμάτων του Κράτους έναντι των δανειστών (απεμπόληση ασυλίας, αγγλικό δίκαιο κλπ), το μαζικό ξεπούλημα μέχρι και παραλιών, η επιτροπεία και άλλα ταπεινωτικά φαινόμενα πρέπει να αναδειχτούν σχεδόν ως κυρίαρχα στο λόγο μας. Η αδυναμία της αστικής τάξης να εκπονήσει και να υλοποιήσει από μόνη της ένα σχέδιο για τη χώρα, η αδυναμία της δηλαδή να ηγηθεί του Έθνους, δίνει μία μοναδική ευκαιρία στην εργατική τάξη να το πράξει εκείνη, πράμα φυσικά που δεν είναι καθόλου εύκολο, αλλά για πρώτη φορά μετά από από δεκαετίες είναι πραγματοποιήσιμο.
ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΦΥΓΟΥΜΕ
Σε πρώτη φάση, πρέπει να αποφευχθεί η φοβικότητα απέναντι σε έναν πιο πατριωτικό, αντιιμπεριαλιστικό λόγο. Αν θέλουμε να εμπνεύσουμε και να κινητοποιήσουμε ετερόκλητα, πληττόμενα κοινωνικά στρώματα τότε πρέπει στον κεντρικό μας λόγο να μπαίνουν κάποια συνεκτικά στοιχεία που να τα συσπειρώνουν πάνω σε μία ριζοσπαστική γραμμή. Η αγωνία για το μέλλον αυτής της χώρας, από εκείνους που μοχθούν για εκείνην είναι ένα υγιές αντανακλαστικό, το οποίο δεν πρέπει να ξορκίζουμε. Όπως και η αγανάκτηση μετά από πράξεις εθνικής ταπείνωσης και υποτέλειας δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κάτι de facto αντιδραστικό και εθνικιστικό. Το ζητούμενο είναι να πιαστούμε από αυτήν την αγανάκτηση και να τη μετασχηματίσουμε σε μαζικό, λαϊκό, δημοκρατικό, ανατρεπτικό αγώνα και όχι να την αντιπαλέψουμε. Εθνικό και ταξικό δεν διαχωρίζονται με σινικά τείχη, ενίοτε μάλιστα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα. Αν δεχτούμε μέχρι τέλους τις λογικές «ή θα μιλάμε πατριωτικά ή ταξικά» τότε θα πρέπει να αναγορεύσουμε τον Άγη Στίνα ως φωτεινή εξαίρεση της ελληνικής Αριστεράς κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ενώ μεγάλοι επαναστάτες όπως ο Che Guevara (ή ο Άρης Βελουχιώτης) θα πρέπει να θεωρηθούν εθνικιστές.
Σε δεύτερη φάση, πρέπει να αποφύγουμε την παγίδα, στην προσπάθεια μας να εκφράσουμε το Έθνος –σε πολιτικό επίπεδο- να προχωρήσουμε σε ταξική συνεργασία με την αστική τάξη. Όπως δηλαδή έχει πει ο σ. Μπελαντής –αναφερόμενος στις λανθασμένες επιλογές του ΕΑΜ για Καζέρτα, Λίβανο, Βάρκιζα- να χαράξουμε μία γραμμή ενότητας και συνεργασίας στο πεδίο του Έθνους και όχι μία γραμμή ανταγωνισμού και πάλης. Ο κίνδυνος αυτός είναι υπαρκτός και μάλιστα όταν το κόμμα είναι προ των πυλών της -κυβερνητικής- εξουσίας (έχοντας επιλέξει έναν καθαρά κοινοβουλευτικό δρόμο) είναι πολύ πιο επικίνδυνος από τον κίνδυνο του εθνομηδενισμού. Ο κίβδηλος, μικροαστικός πατριωτισμός όμως δεν αντιμετωπίζεται με αντικαπιταλιστικό ή εθνομηδενιστικό πλαίσιο. Μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με ενίσχυση των αντιμονοπωλιακών θέσεων.
ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα έρχεται άμεσα από όσα έχουμε ήδη πει. Χρειάζεται επειγόντως να συγκροτηθεί ένα αντιιμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό, δημοκρατικό μέτωπο. Ένα μέτωπο που θα συσπειρώνει κόμματα, συλλογικότητες και αγωνιστές από όλο το φάσμα των αγωνιζόμενων δυνάμεων της κοινωνίας, ένα μέτωπο που θα θέσει με σαφήνεια τους άμεσους τακτικούς στόχους (κατάργηση των μνημονίων, εθνική ανεξαρτησία, δημοκρατία κλπ) και θα μπορεί να αγκαλιάζει την συντριπτική πλειοψηφία του λαού, πέρα και πάνω από ιδεολογικές ή άλλες διαφορές.
Μέσα σε αυτό το μέτωπο οι οργανωμένες, ριζοσπαστικές δυνάμεις της Αριστεράς οφείλουν να διαδραματίσουν έναν ρόλο πρωτοπορίας, να δίνουν μία σαφή πολιτική στόχευση και να εργάζονται ώστε η κατάργηση της κύριας αντίθεσης να οδηγήσει και στην επίλυση της βασικής, ή αλλιώς ότι η επίτευξη του τακτικού στόχου θα οδηγήσει (αργά ή γρήγορα) και στην επίλυση του στρατηγικού. Παράλληλα,θα πρέπει να εργάζονται ώστε το κίνημα να μην οδηγείται σε αδιέξοδα ή ήττες, παρασυρόμενο από διάφορες αυταπάτες ή λανθασμένες εκτιμήσεις. Για παράδειγμα, εθνική ανεξαρτησία μπορεί να επιτευχθεί εντός της ΕΕ και του ευρώ, δεδομένου ότι η νομισματική πολιτική καθορίζεται εκτός της χώρας και ότι ο προϋπολογισμός θα πρέπει να εγκρίνεται από τις Βρυξέλλες πριν κατατεθεί στο Κοινοβούλιο; Επίσης, όσον αφορά τη Δημοκρατία, εκείνη μπορεί να επιτευχθεί μέσα στα πλαίσια του παρόντος Κράτους ή μήπως χρειάζεται μία ριζική επανίδρυση του (έως και αντικατάσταση του) με πρώτο βήμα μία Συντακτική Εθνοσυνέλευση;
Οι καιροί είναι δύσκολοι και η πάλη οξυμένη. Διακυβεύονται πολλά και ο αντίπαλος δεν είναι καθόλου ηλίθιος ή αφελής. Πολύ φοβάμαι ότι αν δεν δοθούν συγκεκριμένες απαντήσεις σε κάποια από τα ερωτήματα τα οποία μπαίνουν και αν δεν χαραχθεί μία ανάλογη τακτική, τότε ο κίνδυνος μίας μεγάλης ήττας (όχι κατ’ ανάγκην εκλογικής) θα είναι μεγάλος και οι συνέπειες πιθανόν ολέθριες. Ας συζητήσουμε και μετά ας εργαστούμε όλοι μαζί, ο καθένας με τις απόψεις του, ώστε ο δύσκολος αυτός αγώνας να είναι νικηφόρος.
[1] Χωρίς να θέλω να έχω δασκαλίστικο ύφος ή να το παίξω ειδικός επί τηφιλοσοφίας (κάτι που δεν είμαι καθόλου), θα πρέπει να πούμε δυο λόγια για τις αντιθέσεις, ώστε να γίνω κατανοητός και από τον αναγνώστη που δεν έχει τριβή με το ζήτημα.
Υπάρχουν πολλών ειδών αντιθέσεις σε ένα φαινόμενο. Κατ’ αρχάς υπάρχουν οι βασικές αντιθέσεις οι οποίες καθορίζουν την κίνηση του φαινομένου καθώς και τον χαρακτήρα και τη σπουδαιότητα των υπόλοιπων αντιθέσεων που σχετίζονται με το φαινόμενο.
Κατά δεύτερον, υπάρχουν οι κύριες αντιθέσεις οι οποίες καθορίζονται από το στάδιο ανάπτυξης του φαινομένου (δηλαδή από την βασική αντίθεση σε τελική ανάλυση) και σε εκείνο το στάδιο διαδραματίζουν πρωταρχικό και καθοριστικό ρόλο.
Σάββατο 05 Ιουλίου 2014(Και Αλάσκα είναι 
http://www.iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=16895:2014-07-05-12-17-01&catid=74:dr-topikes&Itemid=281


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου