
Σύντομα αναμένεται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Κονιδάρη το βιβλίο «Πολιτική ευθύνη» διά χειρός Σάββα Ξηρού.
Στο βιβλίο ο Σ. Ξηρός μεταξύ άλλων αναφέρεται στη συμμετοχή του στη 17Ν αλλά και στο πώς βίωσε τον εγκλεισμό του σε σωφρονιστικό ίδρυμα μετά την καταδίκη του.
Οι απόψεις του διατυπώθηκαν στο πλαίσιο έρευνας που πραγματοποιήθηκε από το Πανεπιστήμιο της Λευκωσίας και το Πανεπιστήμιο του Σέφιλντ από την προπτυχιακή φοιτήτρια Νομικής Ζωή Ανδρεαδάκη-Κοντού, υπό την επίβλεψη της καθηγήτριας Δήμητρας Σορβατζιώτη, και από τον υποψήφιο διδάκτορα Πολιτικών Επιστημών Σωτήρη Καράμπαμπα, υπό την επίβλεψη της δρ. Μαρίας Γκράσσο.
Αποσπάσματα του βιβλίου του παρατίθενται σήμερα στην «Εφημερίδα των Συντακτών»:
A) Λόγος και Αιτίες
Β) Η Πρακτική
«[...] Για μένα έγκλημα είναι αυτό που ζούμε τώρα, αυτή η λεηλασία δεκαετιών του κράτους που μας έχει φέρει σε αυτή την κατάσταση, δηλαδή το έγκλημα των πολιτικών. Βέβαια πολλοί θα πουν, εσύ το λες αυτό; Εσύ ποιος είσαι; Eγώ δεν θεωρώ ότι είμαι τρομοκράτης, θεωρούσα ότι νομιμοποιούμαι από το παλιό άρθρο του Συντάγματος, το 114, καθώς το Σύνταγμα έχει γίνει από πολιτικούς λάστιχο για να προσαρμόζεται στις επιθυμίες τους. Όσο δρούσε η Οργάνωση δεν τρομοκρατούσε τους ανθρώπους με τέτοιο τρόπο, ώστε άλλοι να αυτοκτονούν, άλλοι να καταφεύγουν στα ψυχοφάρμακα και άλλοι να φεύγουν μετανάστες. Δεν θεώρησα ποτέ τον εαυτό μου κάποιου είδους πρωτοπορία αλλά σαν μέλος μιας κοινωνίας που υφίσταται κάποιες αδικίες πιστεύω ότι έκανα κάτι το οποίο πολλοί επιθυμούσαν αλλά ελάχιστοι το τολμούσαν. Έτσι, εκπροσωπώντας όλους αυτούς στην πρακτική, τους εκπροσωπώ και σήμερα ως φυλακισμένος. Αυτό υποδηλώνει ένα είδος ελαχιστοποίησης της βίας.»
Θεωρούσατε ότι με τις ενέργειες που κάνατε θα άλλαζαν τα πράγματα;
«O στόχος ήταν να φανεί η εικόνα που περιέγραψα πιο πάνω, δηλαδή η πραγματική εικόνα του κράτους. Η ανικανότητα και ο ραγιαδισμός των πολιτικών, που επί δεκαετίες τώρα λυμαίνονται το δημόσιο, αφήνοντας πίσω τους, όπως φαίνεται καθαρά πλέον σήμερα, καμένη γη και στρατιές ανέργων και εξαθλιωμένων ανθρώπων. Δεν θεωρούσα βέβαια ότι λίγοι άνθρωποι θα μπορούσαν να κάνουν μια τεράστια αλλαγή, την οποία χρειάζεται ο τόπος. Για να γίνει αυτό είναι αναγκαία μια συνειδητοποίηση από τους πολίτες. Να δουν την αλήθεια. Εγώ, σαν μέλος μιας συγκεκριμένης κοινωνίας, θεωρούσα ότι έπρεπε να κάνω κάτι για αυτή την κοινωνία. Να φανεί ότι η πραγματική εικόνα των κυβερνώντων δεν ήταν αυτή που παρουσιάζονταν…»
Γ) Στη δίκη
Δ) Φυλακές
«[…] Απ’ την άλλη υπάρχουν διάφορες εθνότητες που κάνουν συμμορίες. Άλλοι έχουν τα ναρκωτικά, άλλοι έχουν τα οινοπνευματώδη, άλλοι κάνουν απλώς εμπόριο και όταν ακούς για καβγά στον Κορυδαλλό είναι συνήθως για συναλλαγές, για χρέη, για ναρκωτικά, για κλοπές, για τοκογλυφία. Η κοινωνία της φυλακής, μια κοινωνία κρατουμένων μαζί και υπαλλήλων, είναι μια μικρογραφία της έξω κοινωνίας, με τα προβλήματά της διογκωμένα. Κυριαρχεί η συναλλαγή και η ιδιοτέλεια, η δουλοπρέπεια και ο ατομισμός, το ψεύδος και η απάτη, η συκοφαντία και η εκδικητικότητα, ο αυταρχισμός και η απαξίωση, η εξαθλίωση, ο εξευτελισμός. Πρόκειται για μια κοινωνία σε πλήρη παρακμή και αποσύνθεση, χωρίς να αποκλείονται και οι φωτεινές εξαιρέσεις, όπως κι έξω, αλλά εξαιρέσεις. Ό,τι τυχόν θετικό υπάρχει δεν πηγάζει από τους θεσμούς, αλλά από το φιλότιμο, ενώ η γενική ροπή είναι σε κάθε περίπτωση προς την εξαχρείωση…»
Γιατί κατά τη γνώμη σας υπάρχει τέτοιος βαθμός αποτυχίας του σωφρονιστικού συστήματος ή αλλιώς τόσο μεγάλο ποσοστό υποτροπής;
«Το καλούμενο σωφρονιστικό σύστημα, εκτός του ότι δεν ασχολείται με τη διαμόρφωση και την επανένταξη των κρατουμένων, δεν είναι ούτε καν τιμωρητικό των πράξεων. Στην πραγματικότητα είναι εκδικητικό και παραδειγματικό. Εννοώ ότι όποιος έχει περάσει από τις πύλες της φυλακής, όπως και στην Κόλαση του Δάντη, υποχρεούται να εγκαταλείψει εκεί κάθε ελπίδα ότι θα ξαναγίνει κάποτε μέλος της κοινωνίας. Το μόνο που θα μπορέσει να προσφέρει στο εξής στην κοινωνία θα είναι το παράδειγμα προς αποφυγήν, ως αρνητικό πρότυπο.
»[…] Εκτός από την ίδια τη συναλλαγή, υπάρχει και το υλικό στοιχείο, ως λύση και ταυτόχρονα αίτια όλων των προβλημάτων, που ακούει στο όνομα βιοχημική καταστολή, από τη λάθρα χορήγηση ουσιών, που θα αναφερθούμε εκτενώς στο τέλος, μέχρι τα "νόμιμα" ψυχοφάρμακα, μέχρι τα παράνομα ναρκωτικά. Αυτή η πραγματικότητα δημιουργεί το υπόβαθρο για την οικονομία της φυλακής. Τα τσιγάρα, τα ψυχοφάρμακα, οι τηλεκάρτες, σαν μέσα μιας ανταλλακτικής οικονομίας συνιστούν ταυτόχρονα και σκληρό νόμισμα για τους εμπόρους ναρκωτικών, που δεν περιφρονούν και άλλα τιμαλφή, με συνέπεια εξαρτημένη να απομένουν πολύ σύντομα με μία βερμούδα και ένα ζευγάρι σαγιονάρες, αν είναι τυχεροί. Εκτός από τους χρήστες, στην ίδια μοίρα είναι και οι μετανάστες, καθώς και όσοι από τους ντόπιους έχουν εγκαταλειφθεί από τις οικογένειές τους. Αυτοί, για ένα τσιγάρο ή για έναν καφέ, υπόκεινται σε κάθε είδους εξευτελισμό και εκμετάλλευση. Δεν υπάρχει αλληλεγγύη. Τους βρίσκουν στην ανάγκη και τους πατάνε στον λαιμό. Θα έλεγα ότι πρόκειται για ένα ακριβές αντίγραφο μιας αυτορρύθμισης της αγοράς με βάση την προσφορά και τη ζήτηση: ζούγκλα…»
Ε) Οι συνθήκες
«[…] Επιπρόσθετες ουσίες πλην αυτών, και ειδικότερα σκοπολαμίνη, έχει εντοπιστεί στο συσσίτιο του νοσοκομείου, σε ορισμένα προϊόντα της καντίνας για κάποιο διάστημα και στα εισερχόμενα τρόφιμα των συγγενών. Η συγκεκριμένη ουσία, σημειώνω, παλαιότερα χρησιμοποιούνταν ως ορός της αλήθειας, γιατί κάνει τον χρήστη πολύ επικοινωνιακό, με την έννοια ότι χάνονται τα φίλτρα και τα όρια από τη σκέψη και ουσιαστικά σκέφτεται φωναχτά. Μιλάει με φόρα, σαν πολυβόλο, ακούει μόνο τον εαυτό του και δεν προλαβαίνει να προσέξει τον συνομιλητή, τον οποίο δεν αφήνει να ολοκληρώσει τίποτα, γιατί όταν σκεφτεί ή θυμηθεί κάτι δεν αντέχει να μην το πει αμέσως…
»[…] Κάποια από τις ουσίες που έμπαινε τους πρώτους μήνες και κατά τη διάρκεια της πρώτης δίκης στο συσσίτιο, που είναι και η πιο συνηθισμένη για τα φαγητά των συγγενών του επισκεπτηρίου, προκαλεί στα τρόφιμα ταχύτατη αποσύνθεση, έτσι ώστε αν αργήσεις λίγο να φας, το φαγητό βγάζει φυσαλίδες και πήζει, το γάλα γίνεται γιαούρτι, το ψωμί βγάζει μούχλα πρασινομπλέ, το κρέας βρωμάει ψόφιο, ακόμα και τα αλλαντικά και τα πιάτα βάφονται ένα χρώμα καστανοκίτρινο, ενώ από τα σκουπίδια την ίδια μέρα αναδύεται μυρωδιά γκαζιού. Το φαγητό τότε χαλάει στο στομάχι πριν να χωνευτεί, με συνέπεια να παράγεται γκάζι που δηλητηριάζει τον οργανισμό, ενώ και όταν πάει κάποιος στην τουαλέτα μυρίζει ψοφίμι. Έτσι, πολύ σύντομα χάνεις βάρος όσο και ό,τι κι αν τρως. Ο αδερφός μου το πρώτο διάστημα έχασε με αυτόν τον τρόπο το 1/3 του βάρους τους, από 135 κιλά έπεσε στα 90 μέσα σε έναν περίπου μήνα. Αυτή την ουσία τη χειρίζονται οι φύλακες πάντα με ιατρικά γάντια…»
«Μια ιδέα, ένα όραμα, μία ουτοπία»
Πώς θα περιγράφατε τη συμμετοχή σας στην Οργάνωση σήμερα;
«[…] Ήρθα στην Αθήνα τη δεκαετία του ’80, κατέχοντας την τέχνη του αγιογράφου, που γνώρισε άνθηση τις επόμενες δεκαετίες. Όμως αντί για καριέρα προτίμησα ένα δρόμο δύσβατο, εξαιτίας του οποίου έπρεπε να ζω στη σκιά. Σε κάθε επαγγελματική ευκαιρία φερόμουν με χρονική ασυνέπεια, για να μη δεσμευτώ, και παρέμεινα στο περιθώριο, παρότι γνώρισα ανθρώπους της τέχνης και του πνεύματος της εποχής. Απέρριψα δελεαστικές προτάσεις εδώ και στο εξωτερικό, δεν σπούδασα, δεν έκανα περιουσία, δεν έκανα οικογένεια. Βρίσκομαι τα τελευταία 11 χρόνια στη φυλακή και βλέπω την κατεδάφιση της χώρας και την αδράνεια της κοινωνίας. Απολύσεις, κατασχέσεις, μισθοί και συντάξεις πείνας, υπερχρέωση, κατάργηση δικαιωμάτων αιώνων μέσα σε μια νύχτα. Ενάμιση εκατομμύριο άνεργοι, πεντακόσιες χιλιάδες λουκέτα, εκατόν είκοσι χιλιάδες επιστήμονες μετανάστες, τέσσερις χιλιάδες αυτοκτονίες τα τελευταία χρόνια, συσσίτια, άστεγοι, ρακοτροφοσυλλέκτες, φορόπληκτοι, απλήρωτοι για μήνες. Οι άρχοντες μετράνε με σχολαστική ακρίβεια τους τόκους και τα επιτόκια και απ’ την άλλη υπολογίζουν χοντρικά ότι θα χαθούν μια-δυο γενιές, λες και μιλάνε για κολοκύθια.
»Εκατομμύρια χαμένες ζωές, χαμένα όνειρα, χαμένες δεκαετίες. Δεν κουνιέται φύλλο, μόνο αναζητούν επίγειους σωτήρες. Άλλοι πολιτικούς, άλλοι συνδικαλιστές, άλλοι πρωτοπόρους του πνεύματος, άλλοι τραμπούκους, άλλοι το ιππικό, άλλοι την κόκκινη αρκούδα. Και μέσα σ’ όλα αυτά, κάποιοι αναπολούν και τη 17Ν. Όχι για τον ιδεολογικό της προσανατολισμό ή τη διορατικότητα ή ό,τι άλλα, αλλά με την έννοια "πού είναι κάποιος άλλος να βάλει το κεφάλι του στον τουρβά αντί για μας".
»Κατέβηκα στην Αθήνα 19 χρόνων και σήμερα είμαι 51, ενώ κακώς εχόντων των πραγμάτων θα παραμείνω στη φυλακή άλλα 9 χρόνια. Θα βγω από δω, αν βγω, ανάπηρος και άνεργος. Αν είχα διαλέξει τον άλλο δρόμο, θα ήμουν τώρα ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας –ενδεχομένως πρώην– ή θα προήγαγα με την τέχνη μου την ελληνική παράδοση. Θα άφηνα ίσως και μούσι, για να βγαίνουν τα λόγια μου τορνευτά και καδραρισμένα, ενώ παράλληλα θα αγωνιζόμουν να σώσω το σύστημα για να μη χάσω την κοινωνική θέση και το χρήμα που θα είχα με κόπο αποκτήσει. Όμως αντί γι’ αυτό, αντί να γίνω ένα αξιοπρεπές τομάρι, προτίμησα το ρόλο του έντιμου κορόιδου…
»[…] Απέναντι υπάρχει μια γενιά που διαισθάνεται αυτό που έρχεται και ασφυκτιά. Δεν γνώρισε την ανέμελη παιδική ηλικία των μύθων, γιατί πάντα είχε το άγχος να αντεπεξέλθει σε υπερβολικές υποχρεώσεις. Κάθε στιγμή αισθάνεται βαριά την πίεση του χρόνου, σ’ ένα διαρκή αγώνα για να ζήσει όχι τώρα, αλλά κάποτε στο μέλλον. Κατά κανόνα, η γενιά αυτή δεν γνώρισε στο παρελθόν τη φτώχεια, γιατί γεννήθηκε στην επίπλαστη κοινωνία της αφθονίας των δανεικών, που τώρα τη βλέπει να ψυχορραγεί. Γιατί στους χρόνους της προηγούμενης γενιάς καταναλώθηκε ό,τι είχαν χτίσει οι παππούδες τους μετά τον πόλεμο, ό,τι είχαν παράγει οι γονείς τους και, μέσω του υπέρογκου δανεισμού, ό,τι δυνητικά θα παρήγαγαν οι ίδιοι, τα παιδιά τους, ίσως και τα εγγόνια τους. Κι απέναντι στα αποκαΐδια που κληρονομούν, βλέπουν ότι σαν μόνη λύση ορθώνεται η καταστολή, για να συνεχιστεί απερίσπαστα η λεηλασία, μέχρι οι «μεγάλοι» να ολοκληρώσουν το έργο τους.
»Ίσως ένα παιδί να μην μπορεί να περιγράψει όλα αυτά με λόγια ή να μην μπορεί να ερευνήσει τις αιτίες, όμως εκτός του λόγου υπάρχει κι η διαίσθηση, που αποτυπώνει στο νου εικόνες και σχήματα. Που από μια συζήτηση των γονιών, μια είδηση, μια σκηνή στο δρόμο ή στο διαδίκτυο, συσσωρεύονται στην παιδική ψυχή βαριά συναισθήματα για ένα σκοτεινό αδιέξοδο. Κι όταν αυτά τα συναισθήματα απλωθούν, σαν σύννεφο που κρύβει από τα μάτια τους κάθε ελπίδα για το μέλλον, τότε μια σπίθα αρκεί για να μετασχηματιστούν σε οργή ενάντια στον γυάλινο κόσμο που ζούνε και σ’ όλα του τα πρότυπα και τα σύμβολα…»
http://www.zougla.gr/greece/article/sti-dimosiotita-apospasmata-apo-to-vivlio-tou-s-ksirou
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου