
Πριν η κρίση μας κάνει την τιμή και μας επισκεφτεί, ας δούμε σε ποια κατάσταση θα μας εύρει. Η σημερινή ανάρτηση παρουσιάζει αποσπάσματα από το 8ο μέρος της ετήσιας, καθ’ όλα έγκυρης και αναλυτικής έκθεσης του Ινστιτούτου Εργασίας ΙΝΕ, της ΓΣΕΕ για το 2008. ΕΔΩ.
Ορισμός Χρηματικού Ορίου Φτώχειας.Το χρηματικό όριο της φτώχειας ορίζεται ως το 60% του ΔΙΑΜΕΣΟΥ εισοδήματος, το οποίο υπολογίζεται ως εξής:
Ο πληθυσμός, ταξινομημένος με αυξητική σειρά εισοδήματος χωρίζεται σε δυο ίσα μέρη, με το 50% να διαθέτει λιγότερο και το 50% περισσότερο της διαμέσου. Οι φτωχοί λοιπόν έχουν εισόδημα λιγότερο από το 60% του διαμέσου εισοδήματος.
Η συνολική έκθεση εκτείνεται σε 11 μέρη και βρίσκεται τακτοποιημένη
>
Χρηματικό Όριο Φτώχειας.Σύμφωνα με την έκθεση της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας το χρηματικό όριο της φτώχειας για το 2005, (βασισμένο σε οικονομικά στοιχεία του 2004), διαμορφώνεται στο ετήσιο ποσό των 5.649,78 ευρώ ανά άτομο και σε 11.864,54 ευρώ για νοικοκυριά με δυο ενήλικες και 2 παιδιά κάτω των 14 ετών.
Έτσι, το 2004 στην Ελλάδα το 19.6% του πληθυσμού διέμενε σε νοικοκυριά με ετήσιο εισόδημα χαμηλότερο από τα προαναφερθέντα όρια. Σε απόλυτους αριθμούς αυτό μεταφράζεται σε περίπου 2 εκατομμύρια άτομα, ή 832.456 νοικοκυριά.
Αν όμως ληφθούν υπ’ όψιν και άλλοι παράγοντες όπως ιδιοκατοίκηση και παροχές σε είδος, τότε το ποσοστό φτώχειας θα μπορούσε να μειωθεί κατά 2 περίπου ποσοστιαίες μονάδες. Η ΕΣΥΕ, ωστόσο εφιστά την προσοχή ότι στις μετρήσεις της δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν ομάδες κατά τεκμήριο φτωχές, όπως οι αθίγγανοι και οι άστεγοι, ενώ υποεκπροσωπείται η σημαντική κατηγορία των οικονομικών μεταναστών.
Ορισμός Χρηματικού Ορίου Φτώχειας.Το χρηματικό όριο της φτώχειας ορίζεται ως το 60% του ΔΙΑΜΕΣΟΥ εισοδήματος, το οποίο υπολογίζεται ως εξής:
Ο πληθυσμός, ταξινομημένος με αυξητική σειρά εισοδήματος χωρίζεται σε δυο ίσα μέρη, με το 50% να διαθέτει λιγότερο και το 50% περισσότερο της διαμέσου. Οι φτωχοί λοιπόν έχουν εισόδημα λιγότερο από το 60% του διαμέσου εισοδήματος.
Η συνολική έκθεση εκτείνεται σε 11 μέρη και βρίσκεται τακτοποιημένη
>
Χρηματικό Όριο Φτώχειας.Σύμφωνα με την έκθεση της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας το χρηματικό όριο της φτώχειας για το 2005, (βασισμένο σε οικονομικά στοιχεία του 2004), διαμορφώνεται στο ετήσιο ποσό των 5.649,78 ευρώ ανά άτομο και σε 11.864,54 ευρώ για νοικοκυριά με δυο ενήλικες και 2 παιδιά κάτω των 14 ετών.
Έτσι, το 2004 στην Ελλάδα το 19.6% του πληθυσμού διέμενε σε νοικοκυριά με ετήσιο εισόδημα χαμηλότερο από τα προαναφερθέντα όρια. Σε απόλυτους αριθμούς αυτό μεταφράζεται σε περίπου 2 εκατομμύρια άτομα, ή 832.456 νοικοκυριά.
Αν όμως ληφθούν υπ’ όψιν και άλλοι παράγοντες όπως ιδιοκατοίκηση και παροχές σε είδος, τότε το ποσοστό φτώχειας θα μπορούσε να μειωθεί κατά 2 περίπου ποσοστιαίες μονάδες. Η ΕΣΥΕ, ωστόσο εφιστά την προσοχή ότι στις μετρήσεις της δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν ομάδες κατά τεκμήριο φτωχές, όπως οι αθίγγανοι και οι άστεγοι, ενώ υποεκπροσωπείται η σημαντική κατηγορία των οικονομικών μεταναστών.
Στον παρακάτω πίνακα αναγράφεται η εξέλιξη των ορίων της φτώχειας ανάμεσα στα έτη 1995 και 2006.
Εισοδηματικές ανισότητες και φτώχεια.
Βασικός δείκτης ανισότητας, γνωστός ως δείκτης S80/S20, είναι ο λόγος του εισοδήματος των 20% περισσότερο εύπορων προς το εισόδημα των 20% λιγότερο εύπορων.
Η Ελλάδα διακρίνεται για τις οικονομικές ανισότητές της. Πράγματι, το εισόδημα των 20% περισσότερο εύπορων Ελλήνων είναι συστηματικά περίπου 6 φορές υψηλότερο από το εισόδημα των 20% λιγότερο εύπορων Ελλήνων και δεν διακρίνεται καμία τάση μείωσης των εισοδηματικών ανισοτήτων. Μόνον η Πορτογαλία, η Λιθουανία και κυρίως η Λετονία παρουσιάζουν υψηλότερους δείκτες εισοδηματικής ανισότητας .
Στον παρακάτω Πίνακα παρουσιάζεται ο δείκτης ανισότητας για της χώρες της ΕΕ-27, και αμέσως μετά η διαχρονική εξέλιξη του΄ίδιου δείκτη για την Ελλάδα .
Βασικά χαρακτηριστικά της φτώχειας στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία οι νέοι και οι ηλικιωμένοι αποτελούν τις πιο ευάλωτες ηλικιακές ομάδες, στοιχεία που αναδεικνύουν την φτώχεια των ηλικιωμένων καθώς και την παιδική φτώχεια.
Η ανάλυση ανάλογα με τον τύπο του νοικοκυριού αναδεικνύει τέσσερις ευαίσθητες ζώνες: τα άτομα που ζουν μόνα τους, μονομελή νοικοκυριά 25% (ειδικότερα όταν πρόκειται για ενήλικα άνω των 65ετών το ποσοστό ανέρχεται στο 34%), τα μονογονεϊκά νοικοκυριά, τα ζευγάρια όταν το ένα τουλάχιστον άτομο είναι άνω των 65 ετών και τα νοικοκυριά με 3 ή περισσότερα παιδιά (38%).
Διαπιστώνεται επίσης ότι μεγάλος είναι ο κίνδυνος φτώχειας για άτομα που εξαρτώνται από κοινωνικές μεταβιβάσεις, όπως οι άνεργοι (33%) και οι συνταξιούχοι (24%), ενώ δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο το ποσοστό των φτωχών εργαζόμενων στην Ελλάδα (14% έναντι 7% στην Ευρωπαϊκή Ένωση). Υψηλότατος είναι ο κίνδυνος φτώχειας για τα νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά όταν κανένα μέλος του νοικοκυριού δεν εργάζεται (53%). Ωστόσο, ο κίνδυνος φτώχειας μειώνεται όταν η «ένταση εργασίας του νοικοκυριού» αυξάνεται.
Οι ηλικιωμένοι και οι νέοι είναι οι πιο ευάλωτες ηλικιακές ομάδες. Από τον παρακάτω πίνακα προκύπτει, ότι η Ελλάδα έχει πολύ υψηλότερα ποσοστά κινδύνου φτώχειας από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκή Ένωση, τόσο σε ότι αφορά στα άτομα τρίτης ηλικίας όσο και στα παιδιά που διαμένουν σε φτωχά νοικοκυριά.
Αναλύοντας την κατανομή του φτωχού πληθυσμού στην Ελλάδα (όπως αυτή προκύπτει από τα στοιχεία της ΕΣΥΕ για το έτος 2004), αξίζει να παρατηρήσουμε ότι το 1/3 περίπου του φτωχού πληθυσμού είναι εργαζόμενοι (32%), το 8% είναι άνεργοι, το 27% είναι συνταξιούχοι, και το 33% λοιποί μη ενεργοί.
Η φτώχεια των εργαζομένων οφείλεται στα χαμηλά εισοδήματα λόγω αρκετών προβλημάτων που σχετίζονται με την αγορά εργασίας, όπως, η υψηλή ανεργία, η αδυναμία εξεύρεσης πλήρους απασχόλησης και σταθερής απασχόλησης, οι χαμηλοί μισθοί ή παραπέμπει σε μία οικογενειακή δομή που αποτελείται από δύο ή περισσότερα εξαρτώμενα άτομα και ένα μόνο εργαζόμενο. Όλοι αυτοί οι παράγοντες βρίσκονται στην αφετηρία του προβλήματος των αποκαλούμενων φτωχών εργαζομένων.
Οι φτωχοί εργαζόμενοι απασχολούνται συχνά σε θέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (μερική απασχόληση ή απασχόληση που διακόπτεται από περιόδους ανεργίας), με αποτέλεσμα το εισόδημα του νοικοκυριού να υστερεί του ορίου φτώχειας, ενώ οι κοινωνικές μεταβιβάσεις (κοινωνικά επιδόματα) δεν αρκούν ώστε να ξεπεράσει ο φτωχός εργαζόμενος το όριο φτώχειας. Η φτώχεια επομένως σήμερα εμπεριέχει και αυτή την πτυχή των φτωχών εργαζομένων που είτε λόγω δυσκολιών πρόσβασης στην απασχόληση (μακροχρόνια ανεργία, μονογονεϊκές οικογένειες με προ βλήματα φύλαξης παιδιών), είτε από απασχόληση σε «κακές θέσεις εργασίας» δεν επιτρέπουν στα άτομα αυτά να εξέλθουν από την φτώχεια.
Οι χαμηλοί μισθοί αποτελούν αναμφισβήτητα σημαντικό παράγοντα κινδύνου φτώχειας των εργαζομένων, αλλά επίσης η χαμηλή ειδίκευση και η επισφαλής απασχόληση που συχνά συνδυάζεται και με μερική απασχόληση μπορούν να οδηγήσουν κάτω από το κατώφλι της φτώχειας.
Η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό φτωχών εργαζομένων (14%) στην Ευρωπα-ϊκή Ένωση των 27 ενώ παρουσιάζει διαχρονικά περίπου διπλάσιο ποσοστό φτωχών εργαζομένων από ό,τι ο μέσος όρος της ΕΕ-15.
http://e-cynical.blogspot.com/2008/10/blog-post_15.html
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου