Για την ενότητα της Αριστεράς...Για μια πολυκεντρική Αριστερά...Για την ενότητα στη βάση

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

ΠΩΣ ΑΛΛΙΩΣ;


Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ*
«Απ’ αυτές τις πολιτείες θα μείνει μονάχα εκείνος που διάβηκε από μέσα τους …ο άνεμος» 
 Μπ. Μπρέχτ
Η περίοδος που εγκαινιάστηκε μετά τις εκλογές της 17ης Ιούνημοιάζει να βρίσκει την αριστερά στην χώρα μας τελείως απροετοίμαστηνα ανταποκριθεί στα νέα της καθήκοντα στην συγκυρία. Μια συγκυρία που το δίχως άλλο χαρακτηρίζεται από την κρίσηεκπροσώπησης των αστικών κομμάτων που αναδείχτηκε στις εκλογές της 6ης Μάη και της 17ης Ιούνη: τα κόμματα του αστικού κόσμου αδυνατούν εμφανώς να δώσουν στην κοινωνία μια προοπτική διακυβέρνησης που να φαίνεται καν για καν ρεαλιστική πόσο δε μάλλον προτιμητέα από τα λαϊκά στρώματα.
Η βίαιη και τόσο ταχεία διάρρηξη των σχέσεων εκπροσώπησης των κομμάτων αυτών με τα κοινωνικά στρώματα που τα ανέδειξαν κάνουν άλλοτε κραταιά κόμματα που μεσουράνησαν για δεκαετίες στην πολιτική ζωή της χώρας όπως π.χ. το ΠΑΣΟΚ (αλλά και τα αυτονομημένα πλέον μέρη του) να μοιάζουν με «ψόφια γάτα»: αναπηδούν μετά την πτώση τους μόνο και μόνο για να ξαναπέσουν. Η δε απέλπιδα προσπάθεια της παρούσας τρικομματικής κυβέρνησης να θέσει εκβιαστικά διλήμματα στο λαό παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως την τελευταία ευκαιρία της κοινωνίας πριν το χάος και τον εμφύλιομοιάζουν να αφήνουν σχεδόν αδιάφορο τον πολύ κόσμο όπως ακριβώς και οι εκβιασμοί για το Ευρώ και την παραμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και μια ενδεχόμενη στάση πληρωμών: εκείνος που δεν έχει τίποτα πια στην τράπεζα παρά ληξιπρόθεσμα δάνεια πολύ λίγο συγκινείται από τηναπειλή των άδειων ΑΤΜ, εκείνος που δεν έχει να αγοράσει βενζίνη ή να πληρώσει τα τέλη για να κινήσει το αμάξι του λίγο τον νοιάζει η διαθεσιμότητα καυσίμων στην αγορά, εκείνος που αποκλείεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ήδη από το σύστημα υγείας (γιατί π.χ. είναι άνεργος και δεν καλύπτεται πλέον, γιατί είναι ασφαλισμένος αλλά ο ΕΟΠΥΥ δεν πληρώνει πια, γιατί και όταν πληρώνει του καλύπτει ολοένα και μικρότερο μέρος της ιατροφαρμακευτικής του δαπάνης κ.λπ.) πολύ λίγο τρομοκρατείται πλέον από το φόβητρο της ενδεχόμενης κατάρρευσης των δημοσίων υπηρεσιών περίθαλψης που νοιώθει να έχει ήδη συντελεστεί γι αυτόν τουλάχιστον. Και πάει λέγοντας.
Η κρίση εκπροσώπησης των αστικών κομμάτων σημαίνει πως τα κόμματα αυτά αδυνατούν πλέον να κυβερνήσουν, τουλάχιστον όπως ήταν μέχρι σήμερα και με τον τρόπο που το έκαναν μέχρι σήμερα. Και αν μετά από δυόμιση χρόνια γενικές απεργίες, Συντάγματα, διαδηλώσεις και πλατείες, ο κόσμος αισθάνεται πως τα μέτρα της μνημονιακής πολιτικής μολαταύτα περνάνε και εφαρμόζονται, ετούτο καθόλου δεν διευκολύνει τις αστικές δυνάμεις ως προς την εμπέδωση μιας κάποιας κοινωνικής συμμαχίας που να μπορεί να κυβερνήσει τη χώρα: το σημερινό στοίχημα της ενδεχόμενης στροφής μέρους της κοινωνίας στην εξατομίκευση δεν θα βελτιώσει την δυνατότητα των αστικών κομμάτων να κυβερνούν, μάλλον θα διευκολύνει σενάρια κράτους έκτακτης ανάγκης. Αυτά, άλλωστε, φαίνονται και από το βίο και την πολιτεία της κυβέρνησης τους λίγους μήνες της θητείας της: από την αρχή έκανε βδομάδες να συγκροτηθεί, κατέφυγε σε «τεχνοκράτες» Υπουργούς καθώς δεν βρισκόντουσαν αρκετά πολιτικά στελέχη να αναλάβουν την ευθύνη της διακυβέρνησης σε μια τέτοια περίοδο, ενώ στο πρώτο πακέτο μέτρο που χρειάστηκε να περάσει, η κυβέρνηση (βοηθούντων και των δανειστών που οσμίζονται την αδυναμία της και εκβιάζουν ολοένα και πιο άγρια) έχει κλείσει ήδη ένα τρίμηνο που τα μέτρα «πάνε και έρχονται» χωρίς να τολμά να τα ψηφίσει. Γιατί γνωρίζει πως όταν το κάνει, το τίμημα για αυτήν μέλλει να είναι πολύ υψηλό. Η κυβέρνηση αυτή και η ίδια αλλά και οποιοσδήποτε ζει σε αυτή τη χώρα γνωρίζει πως όχι μόνο κυβέρνηση τετραετίας δεν είναι αλλά ασθμαίνει να βγάλει την πρώτη της χρονιά. Δεδομένου, μάλιστα, του ότι το μνημόνιο τελειώνει, τα χρήματα στην Ε.Ε. γίνονται ολοένα και πιο δυσεύρετα και με περισσότερους διεκδικητές και η παρτίδα μοιάζει να πλησιάζει στο τέλος της.
Με δεδομένη την κρίση εκπροσώπησης όπως περιγράφτηκε παραπάνω, η εσωτερίκευση της πολιτικής κατάστασης από την αριστερά και το δυναμικό της μοιάζει να υπολείπεται εμφανώς από τις κοινωνικές ανάγκες και της πολιτικές προκλήσεις. Αρχίζοντας από το μούδιασμα και την απογοήτευση του κόσμου της αριστεράς μετά το εκλογικό αποτέλεσμα της 17ης Ιούνη (ο καθένας είχε βέβαια τους δικούς το λόγους να είναι απογοητευμένος, τους δικούς του στόχους που αναγνώριζε ως μη κατακτημένους), η αριστερά μοιάζει εν συνόλω και με τους διαφορετικούς τρόπους για κάθε κομμάτι της να μην αντιλαμβάνεται την εξαιρετική αδυναμία του αστικού μπλοκ. Να μην πιάνει το νήμα της πρόκλησης που αναπαριστά η παρούσα κρίση για μια εναλλακτική πορεία της κοινωνίας, να δείχνει άτολμη ναπροτείνει μια άλλη κοινωνική προοπτική. Όμως, η ιστορία δείχνει πως οι λαοί συνήθως στρέφονται προς την αριστερά και την πολιτική πρόταση μιας ριζικής ανατροπής της καθεστηκυίας τάξηςπραγμάτων μόνο όταν τα πράγματα είναι τόσο σκούρα και δύσκολα, όταν έχουν χάσει πλέον τις ελπίδες τους πως κάποια καλύτερη διαχείριση του υπαρκτού συστήματος είναι δυνατή. Και αυτό δυστυχώς απαιτεί μια αριστερά που να τολμά να αναλάβει τις τύχες της κοινωνίας και να μην αποποιείται ένα τέτοιο ρόλο είτε από στρατηγική αμηχανία είτε από τυχοδιωκτικό οπορτουνισμό όπως φαίνεται να γίνεται στην Ελλάδα σήμερα.
Αντίθετα, λοιπόν, με την ανάγκη της συγκυρίας, η αριστερά μοιάζει να κινείται αναπαράγοντας μια από τις παρακάτω δυο κατευθύνσεις: ή τον διαχειριστικό κυβερνητισμό ή τον ιδεοληπτικό αναχωρητισμό. Και οι δυο αυτές τάσεις έχουν πολλαπλές εκφράσεις πολύ απέχοντας από το να είναι αποκλειστικό προνόμιο του ενός ή του άλλου πολιτικού χώρου ή σχηματισμού. Αναπαράγονται καθημερινά στα μυαλά όλων μας, στο βαθμό που τις δημιουργεί η ίδια η πιεστική συνθήκη της οικονομικής κρίσης και της κρίσης εκπροσώπησης: όλοι καταλαβαίνουμε ότι όπως «πηγαίναμε» μέχρι τώρα δεν θα μπορούμε να συνεχίσουμε να «πάμε» και όλοι είμαστε αμήχανοι ως προς το «πως αλλιώς» θα μπορούσαμε να «πάμε». Και ως εκ τούτου, η αμηχανία για το «πως αλλιώς» είναι που (ανα)παράγει μια σειρά πολιτικές αποκλίσεις:αποκλίσεις που στην πραγματικότητα είναι υπεκφυγές του ερωτήματος, απότοκες μιας άρνησής του, όχι μιας υπέρβασής του με όρους λαϊκού κινήματος που θα έβαζε μια άλλη ατζέντα ερωτημάτων, αλλά μια άρνηση να το αντιμετωπίσει κανείς ακριβώς επειδή η απάντηση σε αυτό κάθε άλλο παρά εύκολη είναι. Η, δε, κοινότητα των δυο αυτών αυθόρμητα αναπαραγόμενων τάσεων που απορρέουν από την ίδια πολιτική αμηχανία φαίνεται έκδηλα σε δυο χαρακτηριστικά τους σημεία σύγκλισης: την απροθυμία να εκφέρουν οποιοδήποτε λόγο που μπορεί να ακουστεί δυσάρεστος και στην εκλογική τους εμμονή. Στην αδυναμία τους, δηλαδή, από τη μια, να μιλήσουν για τις ωδίνες που μάλλον προδήλως θα έχει το κάθε «πέρασμα» σε μια νέα κατάσταση, τα ξεβολέματα που αυτό συνεπάγεται, τους τρόπους ζωής που θα πρέπει να αποχαιρετήσουμε, τον αναπροσανατολισμό αξιών και ιεραρχήσεων που αυτό συνεπιφέρει και τον οποίο ούτως ή άλλως θα πρέπει μάλλον να κάνουμε όλοι στο βαθμό που το «όπως ήμασταν» και το «όπως ζούσαμε» δεν έχει πια καμία ρεαλιστική πιθανότητα να εξακολουθήσει ως είχε. Και εκεί προκύπτουν είτε οι προφανώς άνευ αντικρίσματος δημαγωγίες προς πάσα κατεύθυνση (πως π.χ. να έχεις και φθηνά εισαγόμενα προϊόντα και ανταγωνιστική παραγωγή, πώς να έχεις και διατροφική επάρκεια και να μην έχεις αυξημένο μερίδιο της εγχώριας απασχόλησης στον πρωτογενή τομέα;) είτε οι μεσσιανικές επαγγελίες μιας «άλλης» κοινωνίας που ποιος ξέρει πως αίφνης όλα θα είναι «αλλιώς» και όλες οι επιθυμίες όλων θα εκπληρώνονται ως δια μαγείας. Και από την άλλη, η ταύτιση της πολιτικής με την εκλογική διαδικασία που χαρακτηρίζει και την μια και την άλλη απόκλιση (με την μορφή της υποτίμησης των πολιτικών προβλημάτων από τη μια και την σεχταριστική εμμονή σε εκλογικές καταγραφές ταυτοτικού χαρακτήρα ακόμα και όταν προφανώς δεν έχουν κανένα πολιτικό νόημα από την άλλη), δείχνουν την βαθιά υποτέλεια των αποκλίσεων αυτών στο υφιστάμενο αστικό κοινοβουλευτικό παιχνίδι. Γιατί πως αλλιώς να κατανοήσει κανείς την εμμονή των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς στην εκλογική τους περιχαράκωση (ακόμα και διαγραφές μελών έγιναν το καλοκαίρι εξ αιτίας διαφορετικής εκλογικής συμπεριφοράς τους) παρά ως ταύτιση της πολιτικής ταυτότητας με την εκλογική καταγραφή, ενίοτε, μάλιστα, νοούμενη με τους πιο βλαχοδημαρχικούς όρους: η εκλογική περιχαράκωση κάποιων συνιστωσών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (και όχι μόνο) είναι το κατοπτρικό ανάλογο της ταύτισης πολιτικής και κυβερνητικής εξουσίας στην ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ. Οι αποκλίνουσες, λοιπόν, αρνήσεις να απαντηθεί το ερώτημα του «πως αλλιώς», του ερωτήματος, δηλαδή, σε τελική ανάλυση, μιας άλλης εξουσίας, μιας άλλης κοινωνίας, είναι απότοκες της αντίφασης ανάμεσα στην ιστορική αναγκαιότητα για την κοινωνία και την πολιτική ανετοιμότητα των πολιτικών υποκειμένων που θα μπορούσαν να την εκφράσουν, δηλαδή, της αριστεράς.
Η αντίφαση αυτή είναι που κάνει κάποιους να απαντούν πως αρκεί βασικά η κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας (μέσω των κοινοβουλευτικών εκλογών) και μια άλλη διαχείριση (άλλοι νόμοι, άλλη πολιτεία των κρατικών υπηρεσιών κ.ο.κ.). Αυτό, φυσικά, είναι η κυρίαρχη σήμερα στάση του ΣΥΡΙΖΑ (αλλά όχι μόνο). Και επενδύεται και στο εσωτερικό του ως λεγκαλισμός, «υπεύθυνη αντιπολίτευση» (λες και η μαζική κατάθεση επερωτήσεων σήμερα έχει κανένα αποτέλεσμα ή μπορεί να απαντήσει τις λαϊκές ανάγκες),αυτό-λογοκρισία των στελεχών του για να μην τρομάξουν τα πιο συντηρητικά κοινωνικά στρώματα και τυχόν χαθεί έτσι η επικείμενη εκλογική μάχη, αλλά ακόμα ως πολιτικός τυχοδιωκτισμός μιας συνολικής ρητορείας που τάζει στον καθένα οτιδήποτε θέλει ο καθείς να ακούσει (ο ένας ότι θα ακυρωθεί το μνημόνιο, ο άλλος ότι θα μείνουμε στο Ευρώ και στην Ε.Ε., ο τρίτος ότι η ζωή του μπορεί να ξαναγυρίσει στην προ κρίσης εποχή κ.ο.κ.) και επικοινωνιακός καιροσκοπισμός: λες και έχει για το λαό καμία σημασία σε ποιανού τα χέρια θα «σκάσει το κανόνι» της χρεοκοπίας. Ο λαός δεν έχει ανάγκη σήμερα επικοινωνιακά τερτίπια ούτε και ενδιαφέρεται ποιος θα «χρεωθεί» την ενδεχόμενη περαιτέρω αποπτώχευσή του. Ούτε και τοποθετείται σήμερα για το ποιος θα τον κυβερνήσει «μετά την καταστροφή». Αντιθέτως, αναζητά εναγωνίως, μια πολιτική πρόταση που να ξενικά σήμερα και οσοδήποτε ριζοσπαστικά αλλά ρεαλιστικά να μπορεί να τον προασπίσει από αυτήν.
Οι ίδιες όμως, λίγο – πολύ αντιλήψεις διαχειριστικού κυβερνητισμού ηγεμονεύουν και σε μέρος του ανένταχτου δυναμικού της ριζοσπαστικής αριστεράς που μοιάζει (πληττόμενο και το ίδιο από την ένταση της κρίσης και την εφαρμοζόμενη πολιτική κοινωνικής καταστροφής) να προκρίνει έναν εκλογικό ακολουθητισμό απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ: υποβαθμίζοντας την κρισιμότητα των μαχών που έρχονται, την ανάδειξη των αναγκαίων μετώπων και αιχμών, υποστέλλοντας την κριτική προς χάριν μιας εκλογικής επιτυχίας μετά την οποία παραπέμπονται οι όποιες διαφωνίες με την σημερινή γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ και τελικά έτσι υποτασσόμενο στην στρατηγική του «προεδρικού κέντρου». Μια τέτοια αντίληψη και πρακτική φαίνεται σήμερα να μορφοποιείται και από την κίνηση κάποιων οργανώσεων και αγωνιστών γύρω από κείμενο υπογραφών που τελικά κατατείνουν στην ανάγκη εκλογικής στήριξης του ΣΥΡΙΖΑ περίπου «πάση θυσία» και χωρίς καμία ουσιαστική κριτική στην σημερινή πολιτική του. Η κατεύθυνση αυτή όμως όχι μόνο συγκατανεύει επί της ουσίας στην στρατηγική μιας εναλλακτικής κυβερνητικής διαχείρισης που δεν έχει πια καμία πιθανότητα επιτυχίας χωρίς ανάλογες κοινωνικές ρήξεις και ανατροπές, αλλά πολύ περισσότεροπαρέχει το αριστερό άλλοθι σε ένα ΣΥΡΙΖΑ που μετεκλογικά μοιάζει να μην αισθάνεται καμία απολύτως «πίεση» από τα αριστερά του. Στην πραγματικότητα, η κίνηση αυτή, η υποστολή δηλαδή της κριτικής απέναντι στην πολιτεία του ΣΥΡΙΖΑ και η υποταγή στην λογική της πρωταρχικότητας της εκλογικής επιτυχίας έναντι της πραγματικής κατάληψης της πολιτικής εξουσίας και της υποτίμησης των συγκρούσεων που η τελευταία απαιτεί είναι η χειρότερη υπηρεσία που μπορεί να παρασχεθεί ακόμα και απέναντι στις αριστερές και ριζοσπαστικές φωνές και δυνάμεις που όντως έχουν βρεθεί να μάχονται εντός του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα αφού τις εξωθεί ακόμα περισσότερο στην αυτό-λογοκρισία και την περιθωριοποίηση.
Αν, όμως, η μια πλευρά της απόκλισης που αναπαράγεται σήμερα στην αριστερά είναι ο κυβερνητισμός, η άλλη είναι σαφώς η περιχαράκωση και ο ιδεοληπτικός αναχωρητισμός. Και σίγουρα, το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας στάσης είναι το ΚΚΕ: αμήχανο μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού», το ΚΚΕ μοιάζει να μην ξέρει τι να πει στο ερώτημα της πολιτικής εξουσίας, στο πως τελικά αυτό προτείνει να αναδιαταχθεί η κοινωνία: με το μοντέλο του «υπαρκτού» να έχει όχι μόνο καταρρεύσει ηττώμενο αλλά και καταρρακωθεί στην παγκόσμια λαϊκή συνείδηση, χωρίς σχέδιο διεθνών συμμαχιών (αφού η απένταξη από το ιμπεριαλιστικό μπλοκ δεν μπορεί πλέον να συνοδευτεί με την ένταξη στο κρατικοκαπιταλιστικό «ανατολικό» μπλοκ) και με μια παράδοση μάλλον συντηρητικών αναλύσεων για την δυνατότητα άλλων μη καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων (μετά τόσα χρόνια επιρροής του οικονομισμού), το ΚΚΕ μάλλον αδυνατεί να περιγράψει και τις πιο αδρές γραμμές μιας άλλης κοινωνίας στην οποία προτίθεται να οδηγήσει την Ελληνική κοινωνία του 2012. Και καθώς η προσφυγή στην επαναστατική και κομμουνιστική ρητορική δεν μπορεί να κρύψει την πολιτική αμηχανία και την ιδεολογική ένδεια, το ΚΚΕ έχει αναγκαστεί από τότε που έγινε ορατή η παρούσα κρίση εκπροσώπησης να καταστήσει με κάθε τρόπο σαφές πως στο ερώτημα της πολιτικής εξουσίας στη χώρα μας σήμερα ούτε θέλει ούτε μπορεί να τοποθετηθεί. Οι συνέπειες βέβαια είναι βαρύτατες όχι μόνο για την εκλογική του καταβαράθρωση (που μάλλον θα συνεχιστεί περαιτέρω) αλλά πολύ περισσότερο για την πολιτική του εξαφάνιση που καθιστά δυνατό το νέο πολιτικό «δίπολο των άκρων» με αριστερότερο αναγνωρίσιμο από την κοινωνία «άκρο» να γίνεται πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ.
Η ίδια περιχαράκωση, ωστόσο, στη βάση της προγραμματικής έλλειψης και πολιτικής αδυναμίας φαίνεται να κυριαρχεί και στο λόγο της ριζοσπαστικής αριστεράς με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την πολιτική παρουσία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (και όχι μόνο – και πάλι!- στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και άλλες δυνάμεις όπως τα μ-λ ή το ΕΕΚ). Ο επαναστατικός βερμπαλισμός, η αντικαπιταλιστική ρητορεία που δεν έχει περιεχόμενο, ο διαγκωνισμός της πλέον επαναστατικής πλειοδοσίας στις προτάσεις αλλά και στιςτακτικές, η υποτίμηση των πραγματικών λαϊκών αιτημάτων, κινημάτων και πολιτικών και κοινωνικών αναγκών, η αφ’ υψηλού αντιμετώπιση των νέων μορφών λαϊκής κινητοποίησης και συλλογικότητας εφόσον δεν έχουν τα «απαιτούμενα» πειστήρια αντικαπιταλιστικής καθαρότητας, η ταυτοτική απεύθυνση μόνο στους «πιστούς» και η διαρκής επίκληση μιας επανάστασης που μοιάζει σαν την Δευτέρα Παρουσία των Χριστιανών είναι από τα χαρακτηριστικά που ούτε λίγο ούτε πολύ εμφιλοχωρούν συχνά στο λόγο, στην πρακτική και στην φυσιογνωμία της ριζοσπαστικής αριστεράς εντός ή εκτός ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η δε θετική εκκίνηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με τον προγραμματικό λόγο των «5 σημείων» που γρήγορα επισκιάστηκε από την εικόνα του ταυτοτικού λόγου αυτοϊκανοποίησης μοιάζει ξεθωριασμένη εικόνα, ιδιαίτερα μάλιστα στο βαθμό που ο χώρος αυτός εμφανίζεται να αδυνατεί να μάθει το οτιδήποτε από την εκλογική του καταβαράθρωση στις εκλογές της 17ης Ιούνη: «όταν μας αποδοκιμάζει ο λαός, φταίει ο λαός που δεν καταλαβαίνει» μοιάζει να αναφωνεί μέρος της ριζοσπαστικής αριστεράς μαζί με την Παπαρήγα, ενίοτε αναπαράγοντας ο χώρος αυτός την απολύτως αναληθή διαχρονική συλλογική του φαντασίωση πως κάποτε ίσως θα μπορέσει να αποτελέσει προνομιακό συνομιλητή του ΚΚΕ, μέρους του ΚΚΕ, διαφωνίας του ΚΚΕ ή αποχωρησάντων του ΚΚΕ. Ή να αποτελέσει το ΚΚΕ στη θέση του ΚΚΕ συγκροτώντας το «δικό μας» ΠΑΜΕ, που θα πορεύεται κι αυτό αυτονόμως, που θα κηρύττει κι αυτό μια «καθαρή» επαναστατική αλήθεια (με προσδιορισμούς νεοσταλινικούς ή νεοτροτσκιστικούς αδιάφορο: είναι ίδια δυστυχώς η προγραμματική κενότητα π.χ. των συνθημάτων της «αυτοδιαχειριζόμενης εργατικής εξουσίας» που δεν μπορεί να υποστασιοποιηθεί σε τίποτα σε μια ανάληψη παραγωγικής δραστηριότητας στο σήμερα από τους ίδιους τους εργαζόμενους με εκείνο της γενικόλογης «εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας» που δεν μπορεί να πει κουβέντα για το ποια μπορεί ρεαλιστικά να είναι σήμερα και με τον σημερινό συσχετισμό δυνάμεων μια κατεύθυνση αναπροσανατολισμού της θέσης της χώρας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας). Η απόκλιση δε αυτή μοιάζει να σχηματοποιείται στο χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς μετά το εκλογικό αποτέλεσμα που ανέδειξε τον ΣΥΡΙΖΑ ως το μεγαλύτερο κόμμα εκλογικής κατάθεσης της λαϊκής ψήφου να παίρνει τις διαστάσεις ενός ιδεολογικού απομονωτισμού: «τι τις θέλουμε τις κολλεγιές με τον πολύ κόσμο; Το συνεχές μέσα στο κίνημα», «ας φτιάξουμε λοιπόν, τα δικά μας, κατά-δικά μας σχήματα, μέτωπα, παρεμβάσεις, για να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο».
Λες και έτσι θα ησυχάσει κανενός το κεφάλι. Λες και με τα οργανωτικά μέτρα ενάντια στους «εφαψίες», που δυστυχώς ολοένα και γίνονται πιο δημοφιλή προς διασφάλιση της επαναστατικής καθαρότητας των οργανώσεων, θα αποφύγει κανείς το πραγματικό ερώτημα, δηλαδή το τι προτείνει στην κοινωνία να κάνει, σήμερα, ρεαλιστικά και ριζοσπαστικά, πραγματιστικά και συγκρουσιακά, όχι για να επιβεβαιωθεί η μια ή η άλλη ιδεοληψία του καθενός μας αλλά για να σωθεί ο λαός και η κοινωνία. Ή σάμπως, οι ηγεσίες των οργανώσεων της ριζοσπαστικής αριστεράς να μην αντιλαμβάνονται πως αν επιχειρήσουν να αντιπαραθέσουν την ψηλάφηση μιας ενδεχόμενα πιθανής πολιτικής κατεύθυνσης που θα λύνει το πρόβλημα επιβίωσης του λαού και του τόπου από τη μια με την κομματική ταυτότητα της μιας ή της άλλης οργάνωσης από την άλλη, σε μια συγκυρία όπως η παρούσα, τότε δεν θα μείνουν απελπιστικά μόνοι… Ή ως εάν να μην είναι ικανές να συνειδητοποιήσουν πως το κύμα διασπάσεων, αποχωρήσεων αλλά πολύ περισσότερο η καθημερινή αιμορραγία στελεχών οφείλεται στην στρατηγική και πολιτική ανεπάρκεια και όχι σε ετούτο ή εκείνο το προσωπικό, οργανωτικό ή φραξιονιστικό χαρακτηριστικό. Σαν να μην καταλαβαίνουν, ακόμα, πως στο τέλος ετούτης της συγκυρίας της κρίσης οι συλλογικότητες της αριστεράς και οι εντάξεις του δυναμικού της τελευταίας σε εκείνες πολύ λιγότερο θα κριθούν από την ιστορικότητα των διαδρομών, τις ιδεολογικές αναφορές και αφετηρίες, ακόμα και από τις μέχρι την κρίση κοινότητες ή αντιπαλότητες των πολιτικών διαδρομών και πολύ περισσότερο από το πώς θα σταθούν οι όποιες συλλογικότητες, προϋπάρχουσες ή νεοπαγείς απέναντι στο πολιτικό πρόβλημα της κοινωνίας στο «εδώ και τώρα». Το δε γεγονός πως σε τέτοιες περιόδους συχνά «σπάνε» τα πιο οργανωτικίστικα, μιλιταριστικά συγκροτημένα κομμάτια ή άνθρωποι, δεν είναι ούτε πρωτόγνωρο ούτε τυχαίο: όταν ελλείπει η πολιτική απάντηση, οι τρόποι με τους οποίους οι αντιφάσεις μπορούσαν να είναι διαχειρίσιμες μέχρι χθες (ακτιβισμός, κοινωνισμός, αίσθηση διαρκούς περικύκλωσης και προβολή στον πλησιέστερο πολιτικά της ευθύνης για όλα τα δεινά της αριστεράς) ανεπαρκούν εμφανώς, τόσο περισσότερο όσο πιο πολύ κανείς έχει εμπλακεί στην δημόσια υποστήριξη μιας πολιτικής ταυτότητας χωρίς περιεχόμενο και κατεύθυνση. Τέλος, σαν να μην γίνεται κατανοητό πως αν η ριζοσπαστική αριστερά δεν μπορέσει να προβάλλει μια πολιτική πρόταση για την κοινωνία του σήμερα, θα κληθεί να πληρώσει το τίμημα, ίσως και πολύ περισσότερο από τα άλλα κομμάτια της αριστεράς στη χώρα μας.
Γιατί τίμημα σε κάθε περίπτωση θα υπάρξει. Ήδη, στο πολιτικό σκηνικό έχει καταστεί σαφές πως αν ο κατεστημένος αστικός πολιτικός κόσμος δεν μπορέσει να δώσει λύσεις, οι καταστάσεις κράτους έκτακτης ανάγκης δεν αποκλείονται. Η «Χρυσή Αυγή», στον αντίποδα της ριζοσπαστικής αριστεράς, μπόρεσε να κάνει το άλμα από το 0,3 στο 7% και σήμερα να αποτελεί την φυσική συνέχεια του προσανατολισμού της λαϊκής ψήφου μετά το ΣΥΡΙΖΑ. Και τα φασιστικά κόμματα (όπως, άλλωστε, και τα πραγματικά κομμουνιστικά), δεν χρειάστηκαν ποτέ εκλογική επιρροή της τάξης του 48% για να καταλάβουν την εξουσία, την πολιτική και όχι μόνο την κυβερνητική. Άλλωστε, η ελληνική αστική τάξη μοιάζει λίγο – πολύ να επαναλαμβάνει τα λάθη εκτίμησης της γερμανικής την δεκαετία του ’30: ποντάροντας σε μια πολιτική εξευμενισμού και μελλοντικής ενσωμάτωσης των νεοναζί στην επίσημη πολιτική σκηνή τους παραχωρεί σήμερα θέσεις στο πολιτικό παιγνίδι σπεκουλάροντας ταυτόχρονα στο ότι η «Χρυσή Αυγή»κάνει τη βρώμικη δουλειά αντί για αυτήν. Τίποτα, όμως, δεν προοιωνίζει πως οι φασίστες, καβαλώντας το διαρκώς διογκούμενο κύμα της λαϊκής απομάκρυνσης από οποιοδήποτε αστικό πολιτικό σχέδιο και δεδομένης της ανυπαρξίας οποιασδήποτε άλλης πραγματικής εναλλακτικής προοπτικής, δεν θα αδράξει την ευκαιρία μιας κοινωνικής και πολιτικής της αυτόνομης κατίσχυσης. Όσο δε για τις συζητήσεις στην αριστερά περί δυαδικής εξουσίας δεν έχει παρά να δει κανείς το πώς κινείται το φασιστικό ρεύμα στη χώρα μας σήμερα: βάζει ένα ζήτημα ακόμα και σε πείσμα όλων, το στηρίζει, το επιβάλλει, με αποτέλεσμα το αστικό επίσημο κράτος να έρχεται μετά να το εγκολπώνεται ως πολιτική του.
Απέναντι σε όλα αυτά εκείνο που καθίσταται επιτακτικό είναι μια άλλη αναδιάταξη των υπαρκτών σήμερα δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς. Μια αναδιάταξη που θα στοχεύει στην επαρκή απάντηση του αρχικού και θεμελιώδους για την συγκυρία ερωτήματος, δηλαδή του «πως αλλιώς» μπορεί να πάει η Ελληνική κοινωνία στα τέλη του 2012. Κι αυτό προϋποθέτει μια αναγέννηση μιας νέας ριζοσπαστικής αριστεράς με βασικούς πυλώνες το να είναι:
Μια αριστερά λαϊκή, που να μιλάει απλά και κατανοητά, να επικοινωνεί το σχέδιό της στην κοινωνία χωρίς την προαπαίτηση της πολυετούς μαρξιστικής παιδείας ή της κατοχής του «μυστικού της γνώσης» των πλέον περίπλοκων αντιθέσεων του κομμουνιστικού κινήματος από κτήσεώς του, που, άλλωστε, ποτέ δεν ήταν εκείνες, αλλά οι «ταλληράτες» απολήξεις τους στην πολιτική του «εδώ και τώρα» που έκριναν τα ιστορικά κινήματα και τις μεγάλες επαναστάσεις.
Μια αριστερά προγραμματική, που να μην μασάει τα λόγια της και να μην κρύβεται πίσω από τις γενικές και αφηρημένες προτάσεις της για το «μεθαύριο» αλλά που θα τολμά να μιλήσει για το σήμερα και το αύριο της κοινωνίας με ρεαλισμό, θάρρος και την απαραίτητη εικονοκλαστική και ρηξικέλευθη διάθεση που χαρακτηρίζει κάθε γνήσια επαναστατική δύναμη, μια αριστερά που θα μπορεί να πει τι λέει για το πώς η κοινωνία θα μπορέσει να ορθοποδήσει χωρίς δυνάστες ξένους ή ντόπιους αρθρώνοντας συγκροτημένο λόγο για κρίσιμα ζητήματα όπως η παραγωγική ανασυγκρότηση, η διατροφική και ενεργειακή επάρκεια, η κάλυψη των αναγκών της κοινωνίας σε υγεία, παιδεία, κοινωνική προστασία, για την εργασιακή απασχόληση, που θα λέει πλέον συγκεκριμένα πράγματα για το πώς θα μπορέσει ο λαός να εξασφαλίσει «ψωμί, δουλειά, ειρήνη» και όχι μόνο.
Μια αριστερά λαϊκομετωπική που δεν θα φοβάται να εκφέρει πολιτικό λόγο για το σύνολο των δυνάμεων της αριστεράς στη χώρα, που θα μιλάει ως εάν να ήταν η ενωμένη, ταξική, ριζοσπαστική αριστερά που εκφέρει μαζικό λόγο εθνικού ακροατηρίου και που θα αποτείνει την πρότασή της αυτή σε όλες τις άλλες δυνάμεις και πάλι τολμώντας όχι μόνο να διαλέγεται μαζί τους αλλά και να συνεργαστεί μαζί με όποιον συμφωνεί σε οποιαδήποτε επιμέρους ή θεμελιακή πλευρά της πρότασής της.
Μια αριστερά συγκρουσιακή, ρηξιακή, που δεν θα χαϊδεύει αυτιά (είτε «στρογγυλεύοντας» τις αιχμές της πολιτικής της είτε καταφεύγοντας σε ιδεολογικές αφαιρέσεις), που θα αναδεικνύει τα μείζονα μέτωπα της περιόδου: αναίρεση όλης της μνημονιακής πολιτικής, άρα, στάση πληρωμών, άρα έξοδος από το Ευρώ και την Ε.Ε., άρα εθνικοποίηση τραπεζών και επιχειρήσεων βασικών υποδομών κ.ο.κ. χωρίς να χαρίζεται σε κανέναν στο βαθμό που πιστεύει δικαίως πως σε αυτά τα μέτωπα θα δοθούν οι κρίσιμες για το λαό μας μάχες.
Μια αριστερά ειλικρινής και θαρραλέα που δεν θα διστάζει να μιλήσει στο λαό τη γλώσσα της αλήθειας για το τι από τα όσα υπήρχαν δεν μπορεί να υπάρξει πια, αλλά και για τις εναλλακτικές αυτών που έρχονται να τα αντικαταστήσουν, που θα τολμήσει να προδιαγράψει και τις θυσίες που απαιτούνται και τη σφοδρότητα των συγκρούσεων που μέλλονται και το ξεβόλεμα που προϋποθέτουν εντάσσοντάς τα στην ρεαλιστικά εφικτή προοπτική μιας κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση.
Μια αριστερά της κοινωνικής αλληλεγγύης που θα αποπειράται να εφαρμόσει το πρόγραμμά της για το αύριο της κοινωνίας στο σήμερα της κρίσης εγγυώμενη έτσι την επιβίωση του λαού, που θα στηρίζει την παρέμβασή της στα κινήματα διασφάλισης των επιβιοτικών αναγκών των λαϊκών στρωμάτων και θα στηρίζεται από αυτά.
Μια αριστερά των παλαιών και νέων κοινωνικών κινημάτων που θα αγκαλιάζει και διαλεκτικά θα τροφοδοτεί και θα τροφοδοτείται από τις παραδοσιακές και νέες μορφές οργάνωσης του λαϊκού κινήματος, που δεν θα βλέπει υπεροπτικά αλλά θα μπλέκεται γόνιμα στις αναζητήσεις του λαού για αυτό-οργάνωση και λαϊκή άμυνα.
Μια αριστερά της ενιαίας πολιτικής συγκρότησης που θα τολμήσει να δώσει το παραπάνω πολιτικό στίγμα, να εκπέμψει τον πολιτικό της λόγο συναρθρωνόμενη σε ένα αυτόνομο κέντρο πάλης για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας χωρίς να συγχέει την πολύ χαλεπότερη και μάλλον μακρότερη αυτή μάχη με τις συγκυριακές εκλογικές καταγραφές.
Μια τέτοια αριστερά έχει σήμερα ανάγκη η κοινωνία. Και το επιτακτικό της κοινωνικής ανάγκης καθιστά και το ζήτημα του ποσοτικού της μεγέθους έλασσον σε σχέση με την ποιότητά της: μια αριστερά με τα χαρακτηριστικά αυτά να έχει πολιτικό ρόλο και να μπορεί να εμπνεύσει το λαό, να του δώσειελπίδα και όραμα, να τον βάλει σε συντεταγμένη πορεία όχι μόνο για την ανατροπή της παρούσας κατάστασης άμυνας αλλά και για το ξεδίπλωμα της επίθεσής του για την οικοδόμηση μιας άλλης κοινωνίας. Και όσες δυνάμεις, οργανωμένες σε συλλογικότητες ή διάσπαρτες σε διάχυτη μορφή ή ανένταχτοι αγωνιστές βλέπουμε μια τέτοια αναγκαιότητα για την συγκρότηση μιας αριστεράς με τέτοια φυσιογνωμία και χαρακτηριστικά, οφείλουμε άμεσα να πάρουμε πρωτοβουλίες σύμπτυξής της. Γιατί, πάνω από όλα, η πολιτική συγκυρία υφίσταται μόνο εντός ενός ορισμένου χρονικού πλαισίου και ορίζοντα: η σημερινή ρωγμή στο σύστημα, η κρίση εκπροσώπησης, αλλά και οι δυνάμεις που αυτή απελευθέρωσε δημιουργώντας προκλήσεις και ευκαιρίες για το λαό και την αριστερά στη χώρα μας, δεν πρόκειται να μείνει για πάντα ανοιχτή και διαθέσιμη. Ήδη, μπορεί να πει κανείς ότι ένα χρόνο πριν, οι προοπτικές μιας τέτοιας πρωτοβουλίας θα μπορούσαν να είναι πολύ πιο ευοίωνες, ενώ όσο ο καιρός περνάει, και η αριστερά είτε ηγεμονεύεται από τις πολιτικές αποκλίσεις της περιόδου είτε ταλανίζεται από τις μικροκομματικές σκοπιμότητες και οπορτουνισμούς, η υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου γίνεται πιο δύσκολη. Ωστόσο, το στοίχημα παραμένει ανοικτό και η ταξική πάλη δεν τελειώνει ποτέ σε πείσμα των όποιων είχαν προβλέψει το τέλος της. Μόνο που όσο οι εξελίξεις διαμορφώνονται από άλλους εκτός της αριστεράς και του λαϊκού κινήματος, θα είμαστε υποχρεωμένοι να δίνουμε την ίδια μάχη αλλά υπό δυσμενέστερους όρους…
*Πηγή: www.aristerovima.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου