Τα είχε όλα.
Είχε υγεία.
Είχε ομορφιά.
Είχε εξυπνάδα.
Είχε την δυνατότητα να σπουδάσει.
Ήταν πρωταθλητής.
Είχε δόξα μεγάλη.
Έγινε βουλευτής.
Έγινε υφυπουργός.
Έκανε μια όρμοφη οικογένεια.
Ο κόσμος τον αγαπούσε.
Το έκανε δήμαρχο της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της πιο δοξασμλενης χώρας.
Και αυτός την ντρόπιασε.
Και όλα τα δώρα του Θεού τα έχασε.
Μάταια όλα, τα πλούτη, κάθε μορφής που μάζεψε. Μάταια, επειδή δεν τα τίμησε.
Η απληστία, ακύρωσε όλα τα δώρα.
Λέει ο Εκκλησιαστής: «ἔστιν ἀρρωστία, ἣν εἶδον ὑπὸ τὸν ἥλιον, πλοῦτον φυλασσόμενον τῷ παρ᾿ αὐτοῦ εἰς κακίαν αὐτῷ, ...»
http://hamomilaki.blogspot.gr/2013/02/ecclesiastes-obsessed-with-money.html?utm_source=feedburner&utm_medium=feed&utm_campaign=Feed:+hamomilaki+(To+hamomilaki)
Είχε ομορφιά.
Είχε εξυπνάδα.
Είχε την δυνατότητα να σπουδάσει.
Ήταν πρωταθλητής.
Είχε δόξα μεγάλη.
Έγινε βουλευτής.
Έγινε υφυπουργός.
Έκανε μια όρμοφη οικογένεια.
Ο κόσμος τον αγαπούσε.
Το έκανε δήμαρχο της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της πιο δοξασμλενης χώρας.
Και αυτός την ντρόπιασε.
Και όλα τα δώρα του Θεού τα έχασε.
Μάταια όλα, τα πλούτη, κάθε μορφής που μάζεψε. Μάταια, επειδή δεν τα τίμησε.
Η απληστία, ακύρωσε όλα τα δώρα.
Λέει ο Εκκλησιαστής: «ἔστιν ἀρρωστία, ἣν εἶδον ὑπὸ τὸν ἥλιον, πλοῦτον φυλασσόμενον τῷ παρ᾿ αὐτοῦ εἰς κακίαν αὐτῷ, ...»
Ἐκκλησιαστής Κεφ. 05, 9-16
| Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα | Μετάφραση Βασιλική Δεδούση |
| 9 ᾿Αγαπῶν ἀργύριον οὐ πλησθήσεται ἀργυρίου· καὶ τίς ἠγάπησεν ἐν πλήθει αὐτῶν γένημα; καί γε τοῦτο ματαιότης. | Όσο πληθαίνουν τ΄ αγαθά, μαζεύονται και οι άχρηστοι οπού τα κατατρώγουν. Και ποιο ΄ναι τἀχα τ' όφελος του πλούσιου που τα 'χει, παρά να βλέπει, εκεί μπροστά στα ίδια του τα μάτια, τ' αγαπημένο του το βιός αυτοί να σπαταλούνε; |
| 10 ἐν πλήθει ἀγαθωσύνης ἐπληθύνθησαν ἔσθοντες αὐτήν· καὶ τί ἀνδρεία τῷ παρ᾿ αὐτῆς ὅτι ἀλλ᾿ ἢ τοῦ ὁρᾶν ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ; | Ο τίμιος ο δουλευτής, για λίγο φάει, για πολύ, γλυκόν έχει τον ύπνο. Από την άλλη ο πάμπλουτος, από τις έγνοιες τις πολλές και την αχορτασιά του, δεν ημπορεί ποτέ γλυκά τα μάτια του να κλείσει. |
| 11 γλυκὺς ὕπνος τοῦ δούλου εἰ ὀλίγον καὶ εἰ πολὺ φάγεται· καὶ τῷ ἐμπλησθέντι τοῦ πλουτῆσαι οὐκ ἔστιν ἀφίων αὐτὸν τοῦ ὑπνῶσαι. | Μιαν άλλη αρρώστια, ολέθρια είδα στη γη να υπάρχει. Τον πλούτο, που σωρεύεται και μόνο βλάβες φοβερές στον κάτοχό του φέρνει . |
| 12 ἔστιν ἀρρωστία, ἣν εἶδον ὑπὸ τὸν ἥλιον, πλοῦτον φυλασσόμενον τῷ παρ᾿ αὐτοῦ εἰς κακίαν αὐτῷ, | Και έρχεται ώρα κακιά, κι ο πλούτος πάει, σαν τον καπνό σκορπίζεται, και στο παιδί που γέννησε από τα πλούτη τα πολλά τίποτα δεν του έμεινε κληρονομιά να δώσει. |
| 13 καὶ ἀπολεῖται ὁ πλοῦτος ἐκεῖνος ἐν περισπασμῷ πονηρῷ, καὶ ἐγέννησεν υἱόν, καὶ οὐκ ἔστιν ἐν χειρὶ αὐτοῦ οὐδέν. | Γυμνός γεννιέται ο άνθρωπος, γυμνός στο χώμα μπαίνει. Μένουν τα χέρια του αδειανά και δεν τον συντροφεύουν τα αγαθά των κόπων του στο ύστερο ταξίδι. |
| 14 καθὼς ἐξῆλθεν ἀπὸ γαστρὸς μητρὸς αὐτοῦ γυμνός, ἐπιστρέψει τοῦ πορευθῆναι ὡς ἥκει, καὶ οὐδὲν οὐ λήψεται ἐν μόχθῳ αὐτοῦ, ἵνα πορευθῇ ἐν χειρὶ αὐτοῦ. | Και τούτο είναι βέβαια ακόμα λυπηρότερο, αφού, έτσι, όπως ήρθε, φεύγει. Και ποιο το κέρδος του λοιπόν, που σ΄ όλη του τη ζήση τον άπιαστο τον άνεμο συνέχεια κυνηγούσε; |
| 15 καί γε τοῦτο πονηρὰ ἀρρωστία· ὥσπερ γὰρ παρεγένετο, οὕτως καὶ ἀπελεύσεται, καὶ τίς ἡ περισσεία αὐτοῦ, ᾗ μοχθεῖ εἰς ἄνεμον; | Και όλες οι μέρες βέβαια του πλεονέκτη άνθρωπου είναι σκοταδιασμένες , μέσα σε πένθος και οργή, σε βάσανα και πόνους. Ὀλη τη ζήση την περνά μ΄ έγνοιες αρρωστημένες. |
| 16 καί γε πᾶσαι αἱ ἡμέραι αὐτοῦ ἐν σκότει καὶ ἐν πένθει καὶ θυμῷ πολλῷ καὶ ἀρρωστίᾳ καὶ χόλῳ. | Να ποιο είναι το καλό που ευτυχία φέρνει. Ο άνθρωπος να τρώει, να πίνει και τα καλά που κέρδισε με μόχθο και κοπιάζοντας για όσες μέρες ο Θεός έδωσε στη ζωή του, να απολαμβάνει με χαρά. Αυτό είναι το κέρδος του, αυτό το μερτικό του. |
| 17 ᾿Ιδοὺ εἶδον ἐγὼ ἀγαθόν, ὅ ἐστι καλόν, τοῦ φαγεῖν καὶ τοῦ πιεῖν καὶ τοῦ ἰδεῖν ἀγαθωσύνην ἐν παντὶ μόχθῳ αὐτοῦ, ᾧ ἐὰν μοχθῇ ὑπὸ τὸν ἥλιον ἀριθμὸν ἡμερῶν ζωῆς αὐτοῦ, ὧν ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεός· ὅτι αὐτὸ μερὶς αὐτοῦ. | Σε όποιον έδωσ' ο Θεός πλούτη πολλά και υπάρχοντα, του 'δωσε και την άδεια να χαίρεται τα δώρα, να παίρνει τη μερίδα του και τους καρπούς του κόπου του να τους απολαμβάνει. Αυτά είναι δώρα απ' τον Θεό, |
| 18 καί γε πᾶς ἄνθρωπος, ᾧ ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεὸς πλοῦτον καὶ ὑπάρχοντα καὶ ἐξουσίασεν αὐτῷ φαγεῖν ἀπ᾿ αὐτοῦ καὶ λαβεῖν τὸ μέρος αὐτοῦ καὶ τοῦ εὐφρανθῆναι ἐν μόχθῳ αὐτοῦ, τοῦτο δόμα Θεοῦ ἐστιν. | γιατί αυτόν τον άνθρωπο δεν τόνε βασανίζουν σκοτούρες και προβλήματα στις μέρες της ζωής του, αφού η καρδιά του ευφραίνεται με τα καλά που έχει. |
| 19 ὅτι οὐ πολλὰ μνησθήσεται τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ· ὅτι ὁ Θεὸς περισπᾷ αὐτὸν ἐν εὐφροσύνῃ καρδίας αὐτοῦ. | Όσο πληθαίνουν τ΄ αγαθά, μαζεύονται και οι άχρηστοι οπού τα κατατρώγουν. Και ποιο ΄ναι τἀχα τ' όφελος του πλούσιου που τα 'χει, παρά να βλέπει, εκεί μπροστά στα ίδια του τα μάτια, τ' αγαπημένο του το βιός αυτοί να σπαταλούνε; |
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου