Για την ενότητα της Αριστεράς...Για μια πολυκεντρική Αριστερά...Για την ενότητα στη βάση

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Έξι... τυχαία κείμενα για τον μαρξισμό και τη θρησκεία! (Τί άλλαξε, λοιπόν... στην ... Ορθοδοξία);


1. Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ένγκελς, για τη ΘΡΗΣΚΕΙΑ


Καρλ Μαρξ, Φρίντριχ Ένγκελς
Μπορεί να βρισκόμαστε στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, αλλά το ζήτημα της θρησκείας εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Οι θεωρίες περί «θρησκευτικών πολέμων», η ισλαμοφοβία και το σκίσιμο του Κορανίου, το σκάνδαλο του Βατοπεδίου και το παραεκκλησιαστικό κύκλωμα, ο χωρισμός κράτους - εκκλησίας, η νίκη της Χαμάς αλλά και η χριστιανική δεξιά του Μπους είναι μερικές από τις αφορμές που ξανανοίγουν όλα τα ερωτήματα για το ρόλο της θρησκείας.


Έναν ασφαλή οδηγό για τις απαντήσεις αυτές μπορεί να αποτελέσει η έκδοση των κειμένων του Καρλ Μαρξ και του Φρίντριχ Ένγκελς για τη θρησκεία που δίνουν μια πολύ σαφή και ολοκληρωμένη εικόνα τόσο για την μαρξιστική κριτική απέναντι στη θρησκεία όσο και για την εξήγηση του φαινομένου της θρησκείας και της ιστορικής της διαδρομής (κυρίως του χριστιανισμού). Από τη διδακτορική διατριβή του νεαρού Μαρξ (1841) ως τα άρθρα του Ένγκελς «για την ιστορία του πρώιμου χριστιανισμού» (1894-95), μέσα από τα 22 συνολικά κείμενα και αποσπάσματα (από την αλληλογραφία μεταξύ τους μέχρι το ίδιο το Κομμουνιστικό Μανιφέστο) όχι μόνο δίνεται το σαφές περίγραμμα των θέσεών τους απέναντι στη θρησκεία, αλλά ταυτόχρονα ξεδιπλώνεται ένα χαρακτηριστικό κομμάτι των φιλοσοφικών και ιστορικών τους κειμένων και επιδεικνύεται με επιδέξιο τρόπο η εφαρμογή του ιστορικού υλισμού.

Γιατί χρειάζεται όμως η κριτική στη θρησκεία; Την απάντηση δίνει ο ίδιος ο Μαρξ «. ο αγώνας εναντίον της θρησκείας είναι έμμεσα ο αγώνας εναντίον του κόσμου του οποίου πνευματικό άρωμα είναι η θρησκεία. Το να καταργήσεις τη θρησκεία ως την απατηλή ευτυχία του λαού σημαίνει ότι απαιτείς την πραγματική ευτυχία του. Η απαίτηση να εγκαταλειφθούν οι αυταπάτες για την υπάρχουσα κατάσταση των πραγμάτων είναι η απαίτηση να εγκαταλειφθεί μια κατάσταση πραγμάτων που έχει ανάγκη τις αυταπάτες. Ετσι η κριτική του ουρανού μετατρέπεται σε κριτική της γης, η κριτική της θρησκείας σε κριτική του δικαίου και η κριτική της θεολογίας σε κριτική της πολιτικής».

Για τον Μαρξ, «η βάση της άθρησκης κριτικής είναι: ο άνθρωπος κάνει τη θρησκεία, δεν κάνει η θρησκεία τον άνθρωπο. Όμως ο άνθρωπος δεν είναι αφηρημένο ον που έχει κατασκηνώσει έξω από τον κόσμο. Ο άνθρωπος είναι ο κόσμος του ανθρώπου, το κράτος, η κοινωνία. Αυτό το κράτος, αυτή η κοινωνία παράγουν τη θρησκεία, μια ανεστραμμένη συνείδηση του κόσμου, επειδή είναι ανεστραμμένος ο κόσμος». Στην πραγματικότητα το θρησκευτικό αίσθημα είναι κοινωνικό προϊόν. «Τα φαντάσματα που σχηματίζονται στο ανθρώπινο μυαλό είναι αναγκαστικά εξάχνωση της υλικής διαδικασίας της ζωής, η οποία επαληθεύεται εμπειρικά και συνδέεται με υλικές προϋποθέσεις. Έτσι η ηθική, η θρησκεία, η μεταφυσική, όλη η υπόλοιπη ιδεολογία και οι αντίστοιχες μορφές συνείδησης δεν διατηρούν πια την επίφαση ανεξαρτησίας. Δεν καθορίζει η συνείδηση τη ζωή, αλλά η ζωή καθορίζει τη συνείδηση».

Ποιός όμως είναι ο κοινωνικός ρόλος της θρησκείας; Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία για τον αντιδραστικό ρόλο της εκκλησίας και η πολεμική του Μαρξ απέναντι σε αυτούς που επικαλούνταν τις «κοινωνικές αρχές του χριστιανισμού» είναι αμείλικτη: «οι κοινωνικές αρχές του χριστιανισμού δικαιολόγησαν τη δουλεία της αρχαιότητας, δόξασαν τη δουλοπαροικία του μεσαίωνα και είναι ικανές, σε περίπτωση ανάγκης, να υπερασπιστούν την καταπίεση του προλεταριάτου, έστω και με εκφράσεις συμπόνιας. Οι κοινωνικές αρχές του χριστιανισμού κηρύσσουν την ανάγκη να υπάρχουν μία κυρίαρχη και μία καταπιεζόμενη τάξη και το μόνο που έχουν να προσφέρουν στην τελευταία είναι η ευσεβής ευχή να είναι φιλάνθρωπη η κυρίαρχη τάξη. Οι κοινωνικές αρχές του χριστιανισμού είναι δουλοπρεπείς και υποκριτικές, ενώ το προλεταριάτο είναι επαναστατικό».

Από την άλλη όμως ο Μαρξ αναγνωρίζει πως «η θρησκευτική αγωνία είναι ταυτοχρόνως έκφραση πραγματικής αγωνίας και διαμαρτυρία εναντίον της πραγματικής αγωνίας. Η θρησκεία είναι ο στεναγμός του καταπιεσμένου πλάσματος, η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου, ακριβώς όπως είναι το πνεύμα των χωρίς πνεύμα συνθηκών. Είναι το όπιο του λαού». Αυτό το διάσημο απόσπασμα αναδεικνύει το διπλό ρόλο της θρησκείας, ως μέσο αποχαύνωσης αλλά και ανακούφισης για τους καταπιεσμένους. Γι΄αυτό και δεν μπορείς να επιβάλεις ούτε να απαγορεύσεις μια θρησκεία με διατάγματα.

Αλλά και η ίδια η ιστορική διαδρομή του χριστιανισμού δεν είναι γραμμική και μονοσήμαντη. Καταρχήν, όπως τονίζει ο Ένγκελς, «δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από μια θρησκεία που υπέταξε τη ρωμαϊκή παγκόσμια αυτοκρατορία και κυριάρχησε στο μεγαλύτερο μέρος της πολιτισμένης ανθρωπότητας για 1800 χρόνια, απλώς κηρύσσοντάς την ανοησίες σταχυολογημένες από απατεώνες. Δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από αυτήν αν προηγουμένως δεν καταφέρουμε να εξηγήσουμε την προέλευση και την ανάπτυξή της με βάση τις ιστορικές συνθήκες υπό τις οποίες γεννήθηκε και έφτασε στην κυρίαρχη θέση της». Ο χριστιανισμός αποτέλεσε τη διέξοδο των καταπιεσμένων κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αποτελώντας τη θρησκευτική (αναγκαστικά) έκφραση της ταξικής πάλης εκείνη την περίοδο και ο Ένγκελς δεν διστάζει να παρομοιάσει την ιστορία του πρώιμου χριστιανισμού με το εργατικό κίνημα του 19ου αιώνα.

Όταν έγινε η επίσημη θρησκεία του ρωμαϊκού κράτους, ο χριστιανισμός αποτέλεσε το κυρίαρχο ιδεολογικό εργαλείο του φεουδαρχικού συστήματος και συνάμα τον συνεκτικό ιστό των διάσπαρτων φέουδων σε όλη την Ευρώπη και την οριοθέτησή τους απέναντι στον κόσμο του Ισλάμ. Όλος ο μεσαίωνας χαρακτηρίστηκε από μια σειρά θρησκευτικών συγκρούσεων που για τον Ένγκελς δεν ήταν τίποτε άλλο από ταξικούς πολέμους με θρησκευτικό περιτύλιγμα. Για παράδειγμα στον «Πόλεμο των Χωρικών» αναλύει πώς το κίνημα του Λούθηρου ενάντια στην παπική εκκλησία δεν ήταν παρά μια από τις πρώτες προσπάθειες της ανερχόμενης αστικής τάξης να αμφισβητήσει και να αντιπαρατεθεί με την κυρίαρχη φεουδαρχική τάξη. Σήμερα που οι θεωρίες περί «θρησκευτικών πολέμων» και «σύγκρουσης πολιτισμών» επανέρχονται για να δικαιολογήσουν τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις ή για να συκοφαντήσουν την αντιιμπεριαλιστική πάλη, η ανάλυση αυτή μπορεί να βοηθήσει στο ξεκαθάρισμα της πραγματικής φύσης αυτών των συγκρούσεων ανεξάρτητα του «θρησκευτικού μανδύα» που πολλές φορές φοράνε.

Η αστική τάξη παρόλο που έπαιξε αρχικά ένα προοδευτικό ρόλο συγκρουόμενη με την εκκλησία και τη θρησκεία, όταν μετατράπηκε η ίδια σε κυρίαρχη τάξη, δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει και αυτή με τη σειρά της τη θρησκεία για την καθυπόταξη των κατώτερων τάξεων. Ο Ένγκελς συνοψίζει για το ρόλο της θρησκείας: «αφού διαμορφωθεί, η θρησκεία περιέχει πάντα παραδοσιακό υλικό, ακριβώς όπως σε όλα τα ιδεολογικά πεδία η παράδοση αποτελεί μεγάλη συντηρητική δύναμη. Όμως οι μετασχηματισμοί τους οποίους υφίσταται αυτό το υλικό ξεπηδούν από ταξικές σχέσεις, δηλαδή από τις οικονομικές σχέσεις των ανθρώπων που επιφέρουν αυτούς τους μετασχηματισμούς». Και ο Μαρξ συμπληρώνει: «η κινητήρια δύναμη της ιστορίας αλλά και της θρησκείας, της φιλοσοφίας και όλων των άλλων τύπων της θεωρίας δεν είναι η κριτική αλλά η επανάσταση». 

Γιάννης Κούτρας


http://www.marxistiko.gr/home.php?Book_ID=534&crit=1




2. Ο μαρξισμός για τη θρησκεία

Η ενασχόληση της επικαιρότητας με τις δραστηριότητες του νέου αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδας έδωσε την αφορμή για ακούσματα περί "ελληνοχριστιανισμού", "ελληνοορθοδοξίας" κλπ., που, όσοι εμφορούνται από αυτές τις απόψεις, τις εκδηλώνουν, πατώντας σε μια συγκεκριμένη βάση: Θεωρούν ληγμένη και καταληγμένη τη συζήτηση γύρω από τη θρησκεία, γενικά, αφού αντιμετωπίζουν και αυτό το ζήτημα περίπου υπό το πρίσμα της αντίληψης ότι επήλθε το "τέλος της ιστορίας". Απαλλαγμένοι - όπως νομίζουν - από το άγχος της επεξήγησης των μεταφυσικών τους αναζητήσεων και θεωρήσεων, δεν ομιλούν καθόλου γύρω από τις ...κοσμικές αναγκαιότητες που κατέστησαν τη θρησκεία "εργαλείο" και πλευρά των καθορισμένων κοινωνικών σχέσεων ανά τους αιώνες.
Τέτοιο "εργαλείο", φυσικά, είναι και ο χριστιανισμός, όπως και όλες οι θρησκείες, που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, διαπερνώνται από το εξής σχήμα: Ακόμα κι αν ο επίγειος βίος δεν είναι τόσο φιλικός με τον άνθρωπο, η δικαιοσύνη θα αποκατασταθεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, σε μια ...άλλη ζωή. Μια ζωή, που η "επαλήθευση" της ύπαρξής της ανάγεται στη σφαίρα των ιδεών και του "πίστευε και μη ερεύνα".
Με λίγα λόγια, αυτό το στοιχείο της μεταθανάτιας ανταμοιβής, που προβάλλεται από όλα τα θρησκευτικά δόγματα, γίνεται πολύ χρήσιμη και αξιοποιήσιμη δύναμη για την αποτροπή της αντίδρασης των καταπιεζόμενων εναντίον των καταπιεστών τους σε τούτον τον ...μάταιο κόσμο. Οπως τόνιζε ο Λένιν, η θρησκεία καλλιεργεί στον στερημένο και εκμεταλλευόμενο αυτού του κόσμου την παρηγοριά της επουράνιας ανταμοιβής, με ενέχυρο την καρτερικότητα για όσα υφίσταται επί της Γης. Ομως, "σε κείνους που ζουν από ξένη εργασία, η θρησκεία διδάσκει την αγαθοεργία στην επίγεια ζωή, προσφέροντάς τους μια πολύ φτηνή δικαίωση για όλη την εκμεταλλευτική τους ύπαρξη και πουλώντας τους σε συμφέρουσα τιμή εισιτήρια για την επουράνια μακαριότητα",διαπίστωνε ο επικεφαλής των Μπολσεβίκων.
***
Ειδικά σε ό,τι αφορά τον χριστιανισμό, που ο Ενγκελς αναγνώρισε ότι στην "πρωτόγονη" φάση του "υπάρχουν άξια προσοχής σημεία προσέγγισης με το σύγχρονο εργατικό κίνημα", η αξιοποίηση από τις κυρίαρχες τάξεις του "λυτρωτικού" του μηνύματος, που ανάγεται στο "μεταθανάτιο υπερπέραν" (σε αντίθεση με το σοσιαλισμό, που, όπως έλεγε ο Ενγκελς, "κηρύττει" τη λύτρωση στον επίγειο κόσμο, στο μετασχηματισμό της κοινωνίας), είναι πασίδηλη από την εποχή της αρχαίας Ρώμης. Ο χριστιανισμός, από θρησκεία των δούλων και των μη εχόντων δικαιώματα, έγινε επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας του Καίσαρα και επίσημη ιδεολογία του Μεσαίωνα...
Ειδικά δε σε συνθήκες καπιταλισμού, όπως ο Μαρξ σημείωνε, "ο χριστιανισμός με τη λατρεία του αφηρημένου ανθρώπου... αποτελεί την πιο κατάλληλη μορφή θρησκείας για μια κοινωνία εμπορευματοπαραγωγών". Και αυτό όχι χωρίς λόγο. Ο καπιταλισμός, ως σύστημα παραγωγικών και κοινωνικών σχέσεων που επικαλύπτουν την εκμεταλλευτική του φύση, καθώς και ως μοντέλο που όταν κάποιος δεν έχει την αναλυτική ιστορικο-διαλεκτική δυνατότητα να δει την ουσία του, προσκρούει πάνω σε ένα πέπλο φετιχισμού (οι κοινωνικές σχέσεις παίρνουν τη φαντασμαγορική μορφή της σχέσης των ανθρώπων απέναντι στα πράγματα), έχει την ανάγκη μιας "συμβατής" με το καπιταλιστικό σύστημα θρησκείας.
Μιας θρησκείας, που να εξηγεί τα επίγεια δεινά με ανάλογο φετιχιστικό τρόπο. Μιας θρησκείας, που, όπως όλες οι θρησκείες, αλλά πιο εκλεπτυσμένα, αξιοποιεί το φόβο του ανθρώπου απέναντι στο άγνωστο, δαιμονοποιεί τα φυσικά και κοινωνικά φαινόμενα, που οι λαϊκές μάζες αποστερούνται από τα γνωστικά εφόδια να τα εξηγήσουν, "θεοποιεί" τις συμφορές της ανεργίας, της φτώχειας, της αρρώστιας κλπ., που έχουν άλλα αίτια και χρησιμοποιεί την άγνοια του ανθρώπου για να γεννήσει στη συνείδησή του το Θεό. Μιας θρησκείας, που μέσα από μια μυθοποίηση των σχέσεων - και σε αντιστοιχία με τη μυθοποίηση των κοινωνικών σχέσεων που επιχειρεί ο καπιταλισμός - θα δημιουργεί την ανάγκη της πίστης σε μια μετά θάνατον καλύτερη ζωή, που θα κατακτηθεί μέσω της εξατομικευμένης "νηστείας και προσευχής" και μιας συλλογικής δράσης του ατόμου που θα διέπεται από την αρχή "γύρνα και το άλλο μάγουλο"...
***
"Η πιο βαθιά πηγή των θρησκευτικών προλήψεων είναι η εξαθλίωση και η αμάθεια. Αυτά πρέπει να καταπολεμήσουμε",έλεγε ο Λένιν, απευθυνόμενος στο 1ο Πανρωσικό Συνέδριο των Εργατών. Που σημαίνει ότι η γνώση των νόμων της φύσης και της κίνησης της κοινωνίας αποστερεί τη βάση, πάνω στην οποία αναπτύσσεται η τυφλή πίστη στις μεταφυσικές και άυλες δοξασίες της οποιασδήποτε θρησκείας. Αλλά ο Λένιν δεν έμενε μόνο εκεί, αφού, όπως σημείωνε, η παραπάνω τοποθέτηση, αν δε συμπληρωθεί από τη θέση πως οι ρίζες της θρησκείας "στις σύγχρονες καπιταλιστικές χώρες είναι κύρια κοινωνικές", συνιστά μια μεταφυσική εξήγηση της θρησκείας, καλή για τους αστούς υλιστές, αλλά όχι για τους προλετάριους.
Αλλαγή της κοινωνίας, λοιπόν, είναι το ζητούμενο. Και αυτή είναι η απάντηση στο γιατί η τέτοια πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας - που συντελείται σε συγκεκριμένα κοινωνικά πλαίσια - δεν επιφέρει αυτόματα την απαλλαγή από τα δεσμά του θρησκευτικού μυστικισμού, ακόμα και σε αρκετούς από εκείνους που κατέχουν τα επιστημονικά εφόδια. Αλλωστε, πάλι ο Λένιν είχε διαγνώσει ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί, "αντιδραστικές προσπάθειες (να) γεννιούνται από την πρόοδο της επιστήμης".
Ο Πάβελ Γκούρεβιτς, δε, στο βιβλίο του "Οι θεοί ξαναζούν", αναφερόμενος στη σκέψη του Λένιν, σημείωνε τη θέση του τελευταίου ότι η επίθεση των αντιδραστικών δυνάμεων και η προσωρινή τους νίκη... οδήγησε σε προσπάθειες εκ μέρους της άρχουσας τάξης "να αναβιώσει τη θρησκεία, να αυξήσει την απαίτηση για θρησκεία, να ανακαλύψει θρησκεία, να μπολιάσει τους ανθρώπους με θρησκεία, ή να δυναμώσει την επιρροή της θρησκείας με νέες μορφές".
Σήμερα τα λόγια του Λένιν, σε συνδυασμό και με το κύμα μυστικισμού που ευνοούν οι ανατροπές σε παγκόσμιο επίπεδο από την υποχώρηση του σοσιαλισμού, επιβεβαιώνονται πλήρως.
***
Ενα ερώτημα που τίθεται είναι πώς αντιμετωπίζεται το φαινόμενο των θρησκευτικού ανορθολογισμού. Ο μαρξισμός - λενινισμός είναι σαφής: Η θρησκεία δεν πρέπει και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως υπό εξόντωση αντικείμενο και όχι μόνο για λόγους σεβασμού απέναντι στο θρησκευτικό δικαίωμα του καθενός. Μια τέτοια αντιμετώπιση θα ήταν άλλωστε, το λιγότερο, κουτή, με την έννοια ότι όλα αυτά τα χιλιάδες χρόνια που επηρεάζει τον άνθρωπο έχει γίνει μέρος της κληρονομιάς, των παραδόσεων και των αισθημάτων του, όπως σημειώνει ο Δ. Κασιούρας, στο βιβλίο του "Μαρξισμός και νεοορθόδοξοι".
Η υπέρβαση των θρησκευτικών προκαταλήψεων δε θα έρθει διά διαταγμάτων, αλλά μέσα από την αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών, που γεννούν το έδαφος για μεταφυσική απόδραση από την πραγματικότητα. Θα έρθει μέσα από την ανατροπή εκείνης της πραγματικότητας, που για τη διαιώνισή της οι άνθρωποι πρέπει να μένουν καθηλωμένοι σε ρόλο θεατή της ιστορίας, σε ρόλο θεατή εκείνων των άλλων που ορίζουν τη ζωή τους. Οι άνθρωποι παύουν να έχουν την ανάγκη του Θεού, όταν πάρουν στα χέρια τους την υπόθεση της ζωής τους και για να την πάρουν πρέπει να μάθουν ότι μπορούν και πρέπει να το κάνουν.
Η διατύπωση του Μαρξ είναι αξεπέραστη: "Η θρησκευτική αντανάκλαση του πραγματικού κόσμου μπορεί γενικά να εξαφανιστεί μόνο από τη στιγμή που οι σχέσεις της καθημερινής πρακτικής ζωής θα εκφράζουν για τους ανθρώπους καθημερινά καταφανείς λογικές σχέσεις μεταξύ τους και προς τη φύση... οι πηγές της θρησκείας - τόνιζε - δε θα βρεθούν στον ουρανό, αλλά εδώ στη Γη. Μόλις αυτή η διαστρεβλωμένη πραγματικότητα, της οποίας η θρησκεία είναι αντανάκλαση, διαλυθεί, η τελευταία θα πεθάνει από φυσικό θάνατο".
***
Είναι αναγκαίο να σημειωθεί και κάτι ακόμα. Τις τελευταίες μέρες έγινε μια προσπάθεια να δημιουργηθούν διαχωριστικές γραμμές μεταξύ θρησκευομένων και μη θρησκευομένων ή... αλλόθρησκων. Και βέβαια όλοι καταλαβαίνουν ότι τέτοιου είδους διαχωρισμοί είναι εκ του πονηρού, αφού κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί στα σοβαρά ότι το πρόβλημα του σύγχρονου κόσμου και της χώρας μας είναι η θρησκευτικότητα ή μη του πολίτη.
Το σημειώνουμε γιατί και αυτή η προσπάθεια, εκ μέρους εκείνων που πρωτοστατούν σε θρησκευτικούς αφορισμούς, υποδηλώνει πλαγίως την απόφασή τους να διατηρήσουν άλυτα τα πραγματικά προβλήματα του λαού και να προκαλέσουν τεχνητές εντάσεις σε όσους τα υφίστανται. Και τα υφίστανται όλοι, είτε πιστεύουν στον Χριστό, είτε στον Αλλάχ, είτε στο Βούδα, είτε πουθενά.
Νίκος ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ
Η διατύπωση του Μαρξ είναι αξεπέραστη: "Η θρησκευτική αντανάκλαση του πραγματικού κόσμου μπορεί γενικά να εξαφανιστεί μόνο από τη στιγμή που οι σχέσεις της καθημερινής πρακτικής ζωής θα εκφράζουν για τους ανθρώπους καθημερινά καταφανείς λογικές σχέσεις μεταξύ τους και προς τη φύση... οι πηγές της θρησκείας - τόνιζε - δε θα βρεθούν στον ουρανό, αλλά εδώ στη Γη. Μόλις αυτή η διαστρεβλωμένη πραγματικότητα, της οποίας η θρησκεία είναι αντανάκλαση, διαλυθεί, η τελευταία θα πεθάνει από φυσικό θάνατο"
2.
http://www1.rizospastis.gr/story.do?id=3726986&publDate=24/5/1998





3. Οι κομμουνιστές απέναντι στη θρησκεία

Οι κομμουνιστές όταν εξετάζουν το ζήτημα της θρησκείας δεν ξεχνούν το βασικό: Τις ταξικές (και συνεπώς εξαιρετικά κοσμικές) αναγκαιότητες που μετέτρεψαν τη θρησκεία σε πλευρά των καθορισμένων κοινωνικών σχέσεων, αλλά και σε «εργαλείο» αναπαραγωγής αυτών των σχέσεων.
«Πίστευε και μη ερεύνα»
Ολες οι θρησκείες, και ο χριστιανισμός, διαπερνώνται από το εξής σχήμα: Πράγματι ο επίγειος βίος δεν είναι τόσο φιλικός με τον άνθρωπο, αλλά η δικαιοσύνη (κάποτε) θα αποκατασταθεί. Θα αποκατασταθεί, όμως, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και - κυρίως - σε μια... άλλη ζωή. Ποια ζωή; Α, εδώ είναι που αρχίζουν τα «πίστευε και μη ερεύνα»...
Είναι προφανές ότι αυτό το στοιχείο, της μεταθανάτιας ανταμοιβής, που το προβάλλουν όλα τα θρησκευτικά δόγματα, γίνεται πολύ χρήσιμη δύναμη στα χέρια όσων θέλουν να περνούν «μπέικα» στον... μάταιο τούτο κόσμο. Ας το σκεφτούμε: Γιατί να αντιδρούν οι καταπιεζόμενοι εναντίον των καταπιεστών τους, αφού θα πάρουν την «εκδίκησή τους» στον... «παράδεισο»;
Εδώ θα δανειστούμε πάλι τη σκέψη του Λένιν, που, όπως σημείωνε, η θρησκεία καλλιεργεί, στον στερημένο και εκμεταλλευόμενο αυτού του κόσμου, την παρηγοριά της επουράνιας ανταμοιβής, με ενέχυρο την καρτερικότητα για όσα υφίσταται επί της Γης. Ομως, και οι άλλοι δεν πάνε χαμένοι. Ειδικά «σε κείνους που ζουν από ξένη εργασία, η θρησκεία διδάσκει την αγαθοεργία στην επίγεια ζωή, προσφέροντάς τους μια πολύ φτηνή δικαίωση για όλη την εκμεταλλευτική τους ύπαρξη και πουλώντας τους σε συμφέρουσα τιμή εισιτήρια για την επουράνια μακαριότητα», όπως διαπίστωνε.
Θρησκεία «συμβατή» με τον καπιταλισμό
Σε ό,τι αφορά ειδικά τον χριστιανισμό, ο Ενγκελς αναγνώριζε ότι στην «πρωτόγονη» φάση του «υπάρχουν άξια προσοχής σημεία προσέγγισης με το σύγχρονο εργατικό κίνημα». Εδώ, όμως σταματούν οι ομοιότητες.
Ο χριστιανισμός στην εξέλιξή του, με το «λυτρωτικό» του μήνυμα που ανάγεται στο «μεταθανάτιο υπερπέραν» (σε αντίθεση με το σοσιαλισμό, που, όπως έλεγε ο Ενγκελς, «κηρύττει» τη λύτρωση στον επίγειο κόσμο και στο μετασχηματισμό της κοινωνίας), αποτέλεσε «εργαλείο» αξιοποιήσιμο για τις κυρίαρχες τάξεις από την εποχή κιόλας της αρχαίας Ρώμης. Ο χριστιανισμός δεν επιλέχτηκε τυχαία (από θρησκεία των δούλων και των «μη εχόντων») να γίνει η επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας του Καίσαρα και η επίσημη ιδεολογία του Μεσαίωνα...
Σε συνθήκες καπιταλισμού, ο χριστιανισμός αποδείχτηκε ακόμα πολυτιμότερος «σύμμαχος» των εκμεταλλευτριών τάξεων. Ο Μαρξ εξηγούσε πως «ο χριστιανισμός με τη λατρεία του αφηρημένου ανθρώπου... αποτελεί την πιο κατάλληλη μορφή θρησκείας για μια κοινωνία εμπορευματοπαραγωγών». Ο λόγος είναι απλός: Ο καπιταλισμός, ως σύστημα παραγωγικών και κοινωνικών σχέσεων, που θέλει να επικαλύπτεται η εκμεταλλευτική του φύση, βασιζόμενος στην απόκρυψη από τις μάζες εκείνων των αναλυτικών ιστορικο-διαλεκτικών δυνατοτήτων που θα τους έδιναν τη «γνώση» για να δουν την ουσία του συστήματος, έχει την ανάγκη μιας «συμβατής» με το καπιταλιστικό σύστημα θρησκείας.
Ο καπιταλισμός έχει την ανάγκη μιας θρησκείας «συμβατής» με τον εαυτό του. Εχει ανάγκη μια θρησκεία που θα αναγκάζει τον άνθρωπο να προσκρούει πάνω σε ένα πέπλο φετιχισμού και ιδεοληψίας, ώστε η εξήγηση των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων να εμποδίζεται από τις φαντασμαγορικές δοξασίες που κατατείνουν στο «ήταν θέλημα Θεού»... Εχει ανάγκη από μια θρησκεία που, όπως όλες οι θρησκείες, αλλά πιο εκλεπτυσμένα, θα αξιοποιεί το φόβο του ανθρώπου απέναντι στο άγνωστο, θα δαιμονοποιεί τα φυσικά και κοινωνικά φαινόμενα, θα «θεοποιεί» τις συμφορές της ανεργίας, της φτώχειας, της αρρώστιας κλπ. Ολα αυτά έχουν άλλα αίτια, φυσικά, πολύ διαφορετικά από το «αμαρτωλό κρίμα», αλλά η θρησκεία τα χρησιμοποιεί. Στόχος είναι η άγνοια του ανθρώπου να μην αντικατασταθεί από τη γνώση, αλλά αντίθετα αυτή η άγνοια να γίνει η «μήτρα», για να γεννηθεί στη συνείδηση του ανθρώπου ο Θεός. Ο καπιταλισμός και κάθε εκμεταλλευτικό σύστημα θέλει μια θρησκεία που θα δημιουργεί την ανάγκη της πίστης σε μια μετά θάνατον καλύτερη ζωή. Μια ζωή που θα κατακτηθεί, αφ' ενός μέσω της εξατομικευμένης «νηστείας και προσευχής» και αφ' ετέρου μέσω μιας κοινωνικής συμπεριφοράς του ατόμου που θα διέπεται είτε από την αρχή του «γύρνα και το άλλο μάγουλο» είτε από την αρχή του «κάνε ιερό πόλεμο» (Τζιχάντ), αλλά για τα συμφέροντα της επίγειας εξουσίας των κάθε λογής Αγιατολάχ...
Προϊόν και αντανάκλαση της οικονομικής καταπίεσης
Στο 1ο Πανρωσικό Συνέδριο των Εργατών, ο Λένιν έλεγε ότι «η πιο βαθιά πηγή των θρησκευτικών προλήψεων είναι η εξαθλίωση και η αμάθεια. Αυτά πρέπει να καταπολεμήσουμε». Αλλά ο Λένιν δεν περιοριζόταν εκεί. Οπως σημείωνε, αν η παραπάνω θέση δε συμπληρωθεί από τη θέση πως οι ρίζες της θρησκείας « στις σύγχρονες καπιταλιστικές χώρες είναι κύρια κοινωνικές», τότε θα συνιστά μια μεταφυσική εξήγηση της θρησκείας. Εξήγηση καλή για τους αστούς υλιστές, αλλά όχι για τους προλετάριους.
Αλλαγή της κοινωνίας, λοιπόν, είναι το ζητούμενο, πολύ περισσότερο σήμερα, στην εποχή της απίθανης προόδου της επιστήμης. Μιας προόδου, όμως, που δεν μπορεί από μόνη της να απελευθερώσει από τη «θρησκευτική καταπίεση της ανθρωπότητας (που) είναι απλώς προϊόν και αντανάκλαση της οικονομικής καταπίεσης στους κόλπους της κοινωνίας». Αλλωστε, πάλι ο Λένιν είχε διαγνώσει ότι «αντιδραστικές προσπάθειες γεννιούνται από την πρόοδο της επιστήμης». Αυτή είναι και η απάντηση στο εύλογο ερώτημα: Γιατί η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας δεν επιφέρει αυτόματα την απαλλαγή από τα δεσμά του θρησκευτικού μυστικισμού; Ούτε καν και σε αρκετούς από τους κατέχοντες τα επιστημονικά εφόδια; Μα, επειδή ακριβώς η πρόοδος αυτή δε συντελείται στο «κενό», αλλά μέσα σε συγκεκριμένα κοινωνικά πλαίσια και αποτελεί (και αυτή) όπλο στα χέρια των «ελέω Θεού» εκμεταλλευτών.
Πολύτιμη είναι επίσης η σκέψη του Πάβελ Γκούρεβιτς, που στο βιβλίο του «Οι θεοί ξαναζούν», αναφερόμενος στην προσέγγιση του Λένιν, σημείωνε τη θέση του τελευταίου ότι η επίθεση των αντιδραστικών δυνάμεων και η προσωρινή τους νίκη οδηγεί σε προσπάθειες εκ μέρους της άρχουσας τάξης «να αναβιώσει τη θρησκεία, να αυξήσει την απαίτηση για θρησκεία, να ανακαλύψει θρησκεία, να μπολιάσει τους ανθρώπους με θρησκεία, ή να δυναμώσει την επιρροή της θρησκείας με νέες μορφές».
Πεδίο ταξικής πάλης
Το πώς αντιμετωπίζεται το φαινόμενο του θρησκευτικού ανορθολογισμού είναι επίσης ένα από τα ερωτήματα που τίθενται.
Ο μαρξισμός - λενινισμός είναι σαφής: Η θρησκεία και δεν πρέπει, αλλά και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως υπό εξόντωση αντικείμενο. Οχι μόνο για λόγους σεβασμού απέναντι στο θρησκευτικό δικαίωμα του οιουδήποτε. Αλλά και γιατί μια τέτοια αντιμετώπιση θα ήταν, το λιγότερο, κουτή, αφού τα χιλιάδες χρόνια που η θρησκεία επηρεάζει τον άνθρωπο έχει γίνει μέρος της κληρονομιάς, των παραδόσεων και των αισθημάτων του (Δ. Κασιούρας, «Μαρξισμός και νεοορθόδοξοι», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).
Επ' αυτού του ζητήματος η διατύπωση του Μαρξ είναι αξεπέραστη: «Η θρησκευτική αντανάκλαση του πραγματικού κόσμου μπορεί γενικά να εξαφανιστεί μόνο από τη στιγμή που οι σχέσεις της καθημερινής πρακτικής ζωής θα εκφράζουν για τους ανθρώπους καθημερινά καταφανείς λογικές σχέσεις μεταξύ τους και προς τη φύση(...) Οι πηγές της θρησκείας - τόνιζε - δε θα βρεθούν στον ουρανό, αλλά εδώ στη Γη. Μόλις αυτή η διαστρεβλωμένη πραγματικότητα, της οποίας η θρησκεία είναι αντανάκλαση, διαλυθεί, η τελευταία θα πεθάνει από φυσικό θάνατο».
Η υπέρβαση των θρησκευτικών προκαταλήψεων, επομένως, δε θα έρθει διά διαταγμάτων, αλλά μέσα από την οριστική ανατροπή των κοινωνικών συνθηκών, που αυτές γεννούν το έδαφος για μεταφυσική απόδραση από την πραγματικότητα. Οι άνθρωποι παύουν να έχουν την ανάγκη του Θεού, όταν πάρουν στα χέρια τους την υπόθεση της ζωής τους. Προϋπόθεση γι' αυτό είναι να μάθουν ότι (πράγματι) μπορούν και ότι (πράγματι) πρέπει να γίνουν «κύριοι του εαυτού τους».
Συνεπώς, όπως συμπλήρωνε ο Λένιν, την ίδια ώρα που θα δίνουμε την καθημερινή και αναγκαία πάλη με τα καθαρά προπαγανδιστικά μέσα για «να διαλύσουμε τις θρησκευτικές προλήψεις», πρέπει να προσανατολίζουμε κατάλληλα την πολιτική μας πάλη. Και αυτό γιατί τελικά είναι «ανοησία» να μην αντιλαμβάνεσαι ότι «με κανενός είδους φυλλάδες και με κανενός είδους κήρυγμα δεν μπορείς να διαφωτίσεις το προλεταριάτο, αν δεν το διαφωτίσει η ίδια η πάλη του».



4. Για τη θρησκευτική συνείδηση της νέας εποχής

Αν θελήσει κανείς σήμερα να προβληματιστεί με το αξίωμα του Μαρξ πως "η θρησκεία είναι το όπιο των λαών", για τη συνειδητοποίηση από την πλευρά τους της κοινωνικής και ιστορικής τους μοίρας, σαν ανασχετικό ανάχωμα στην επαναστατική ανατροπή της κεφαλαιοκρατικής τάξης πραγμάτων, νομίζω πως πρέπει να γίνουν κάποιες διαφοροποιήσεις από αυτήν τη ρήση - αξίωμα.
Δηλαδή, πως η θρησκευτική συνείδηση αποτελεί έναν ανασχετικό παράγοντα για τη συνειδητοποίηση από τον πολίτη του ρόλου της πνευματικότητας και της συνειδητότητάς του, σαν μιας μονάδας με αυτοσυνείδηση και ιστορική και κοινωνική ταυτότητα.
Και πρέπει να πούμε πως κάθε μέρα η Θεολογία χάνει έδαφος στο πεδίο του ψυχισμού, των ψυχικών φαινομένων, της ερωτοσεξουαλικής ζωής και της ψυχοπνευματικής συγκρότησης του ανθρώπου, κάτω από τις αποκαλύψεις και την πρόοδο της ψυχολογίας, της ψυχιατρικής, του ψυχοσωματικού κινήματος και της επιστημονικής σεξολογίας. Σε λίγο θα μείνουν άνεργοι οι θεολόγοι σ' αυτόν το χώρο - που για είκοσι αιώνες τον διαφέντευαν, όπως έμειναν ξεκρέμαστοι με την ανακάλυψη του Κοπέρνικου, πως γυρίζει η Γη γύρω από τον ήλιο και όχι το αντίθετο, όπως έγραφαν οι γραφές, και τους αφαιρέθηκε ολόκληρο το πεδίο της Κοσμολογίας και της Αστρονομίας.
***
Ετσι, καθημερινά, όλο και πιο πολύς κόσμος πείθεται και καταλαβαίνει τις λειτουργίες της "ψυχής" - ψυχικών φαινομένων, βλέπει την αδιάσπαστη ενότητα σώματος - πνευματικής παραγωγής και, επομένως, υπονομεύεται η θεολογική - μεταφυσική άποψη, ότι πρόκειται για δύο τελείως διαφορετικές ενότητες, με διαφορετική αφετηρία...
Ολο και θα καταλαβαίνει έτσι ο κόσμος πως ό,τι γίνεται "μέσα μας", έχει τις ρίζες του στο ιστορικό και κοινωνικό περιβάλλον, και, επομένως, αντί να ψάχνει "το βάραθρο της ψυχής του για να ανακαλύπτει τον θεό", θα ερευνά τα φυσικά, κοινωνικά και ιστορικά φαινόμενα (και, βέβαια, την ψυχογραφία - βιογραφία του), που αποτελούν τις μήτρες που πάνω τους παίρνουν σχήμα, μορφή και περιεχόμενο η ψυχική ζωή, δηλαδή η ψυχολογία του, δηλαδή η συμπεριφορά του, η πνευματικότητά του και οι προβληματισμοί του...".
Ετσι, τελικά, όλα αυτά αποτελούν πεδίο επιστημονικής έρευνας, και όχι αιτίες για θεϊκή ερμηνεία, μοναστηριακή ζωή, προσευχή για εξιλέωση και μετάνοια... Ετσι, κάτω από το καταυγαστικό φως της επιστημονικής έρευνας, η θεολογική - θρησκευτική "ψυχή" θα φανεί πως είναι άψυχη, μια και θα της αφαιρεθεί κάθε περιεχόμενο, όπως σκέψη, νόηση, συνείδηση, συναίσθημα (αγάπη κλπ.), μια που όλα αυτά αποτελούν περιεχόμενο της επιστημονικής έρευνας και είναι εκδηλώσεις - αποτελέσματα εγκεφαλικών λειτουργιών.
Αφαιρώντας την "πνευματικότητα" και την "ψυχή" από τη θεολογία, και καταλαβαίνοντας ο κόσμος πως αυτοί οι δυο χώροι βρίσκονται κάτω από την επίδραση εγκεφαλικών λειτουργιών και ιστορικοκοινωνικών επιδράσεων, καθώς και πως έχουν σχέση με βιώματα που συνδέονται με αυτούς τους χώρους (όπως, βέβαια, και με τον τρόπο που ζουν και εργάζονται) και, επομένως, και με τον τρόπο, με τον οποίον και τα συνειδητοποιούν, καταλήγει στο αναπόφευκτο συμπέρασμα πως θα πρέπει να καλυτερέψουν οι όροι της ζωής - εργασίας του, που βρίσκονται κάτω από τη βουλητική του ενέργεια και έτσι θα κατορθωθεί το ακατόρθωτο για τη θρησκεία - να αρχίσει, δηλαδή, να παίρνει ο άνθρωπος "την ψυχή" και το "πνεύμα του" στα χέρια του...
Και κάτω από αυτήν τη νέα Κοπερνίκεια επανάσταση, δε θα υπάρχουν πλέον χώροι για τη Θεολογία, και θα της απομείνει ο μόνος χώρος που δικαιωματικά της ανήκει μέχρι Δευτέρας Παρουσίας, δηλαδή, η μετά θάνατον ζωή και τα θαύματα...
Αλλωστε, σημειώνεται σε πανευρωπαϊκό επίπεδο - κάτω απ' τον καλπασμό της επιστημονικής σκέψης - πως ο χριστιανισμός αρχίζει να αποβάλλει το μυστικισμό του και γίνεται ένα κήρυγμα ηθικής για τον άνθρωπο που προβληματίζεται και πάσχει στον ιστορικοκοινωνικό χώρο και στην αντανάκλασή του στην "εσωτερικότητά του"...
Ο χριστιανισμός, όπως, άλλωστε, και όλες οι σύγχρονες θρησκείες, από την άποψη της ανθρώπινης εξέλιξης, μέσα στην οποία συμπεριλαμβάνονται και οι κάθε είδους ιδεολογίες, αποτελεί μια αναγκαία βαθμίδα στην ψυχοπνευματική ανάπτυξη - ανέλιξη της ανθρωπότητας. Και από την άποψη αυτή, χαρακτηρίζω τις θρησκευτικές ιδεολογίες σαν το νηπιακό στάδιο της πανανθρώπινης πνευματικότητας, σαν το στάδιο της εφηβικής ηλικίας την εμφάνιση και την ανάπτυξη του ορθολογισμού στην επιστημονική (κυρίως) σκέψη, σαν την ενηλικίωσή της, τη διαλεκτική σκέψη, εφαρμοσμένη στις ανθρώπινες επιστήμες (Ψυχολογία, Κοινωνιολογία, Πολιτική, Ιστορία - με κορύφωσή της το σοσιαλισμό) και σαν την αρχή της ωριμότητάς της τη σημερινή ιστορική περίοδο που προαναγγέλλει τη μεγάλη αλλαγή.
***
Και επειδή μιλάμε αποκλειστικά για ιδεολογία, η ανθρωπότητα θα έχει σαν αποκλειστικό ιδεολογικό όπλο την επιστημονική και φιλοσοφική ιδεολογία, θεμελιωμένη, βέβαια, σε ένα βασικό επιστημονικό πλαίσιο και θα βρίσκεται στο στάδιο της γνώσης σε βάθος της ανθρώπινης ζωής και του ενόργανου και αστρικού κόσμου.
Αλλά, θα μου πείτε, τι σε νοιάζει εσένα - που αποβλέπεις σε μια κοινωνία της αλλαγής και όπου οι άνθρωποι θα είναι κυρίαρχοι και της προσωπικής, αλλά της ιστορικής τους μοίρας, κάτω από το καταυγαστικό φως της αυτογνωσίας και της επιστημονικής γνώσης - για τις απόψεις της Θεολογίας;
Και βέβαια με νοιάζει, γιατί αυτή η ιδεολογία, αυτή η ηθική, πρέπει να σχολιαστεί, γιατί αποδυναμώνει την ανθρώπινη σκέψη, σαν ένα κριτικό όπλο.
Γιατί αυτή η τακτική, αυτή η ηθική, και αυτή η "θεωρία" της "ανθρώπινης ψυχής", επηρεάζει τον τρόπο, με τον οποίο ο άνθρωπος στέκεται μπροστά στην ιστορία, στην κοινωνία και την πολιτική για την αλλαγή.
Δρ. Γιάννης Γ. ΓΑΛΑΝΟΣ
Ψυχίατρος



5. Μαρξισμός και Θρησκεία

 Από το έργο του Β. Ι. Λένιν «Σχετικά με τη στάση του Εργατικού Κόμματος απέναντι στη θρησκεία» (Άπαντα, τόμος 17, σελίδες 423-434)
 marx-eng6

«Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού» (Μαρξ Κ. «Κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας του δικαίου», Εισαγωγή.)

«Αυτό το απόφθεγμα του Μαρξ είναι ο ακρογωνιαίος λίθος όλης της κοσμοθεωρίας του μαρξισμού στο ζήτημα της θρησκείας. Ο Μαρξισμός όλες τις σύγχρονες θρησκείες και εκκλησίες, όλες τις κάθε λογής θρησκευτικές οργανώσεις τις βλέπει πάντα σαν όργανα της αστικής αντίδρασης, που χρησιμεύουν για την υπεράσπιση της εκμετάλλευσης και την αποχαύνωση της εργατικής τάξης…»

«Ο Ένγκελς…χαρακτηρίζει ανοησία τη θορυβώδη κήρυξη πολέμου από μέρους των Μπλανκιστών (Παρισινή Κομμούνα) κατά της θρησκείας, και δηλώνει πως μια τέτοια κήρυξη πολέμου είναι ο καλύτερος τρόπος να ζωντανέψει το ενδιαφέρον προς την θρησκεία και να δυσκολευτεί η πραγματική απονέκρωση της θρησκείας…
…Η ανακήρυξη σε πολιτικό καθήκον του εργατικού κόμματος του πολέμου κατά της θρησκείας είναι αναρχική λογοκοπία.»
Επίσης, ο Φ. Ένγκελς «καταδικάζει…την δήθεν επαναστατική ιδέα του Ντύρινγκ για απαγόρευση της θρησκείας στη σοσιαλιστική κοινωνία.»
Το εργατικό κόμμα πρέπει «να είναι ικανό να δουλεύει υπομονετικά για το έργο της οργάνωσης και της διαφώτισης του προλεταριάτου, έργο που οδηγεί στην απονέκρωση της θρησκείας, και όχι να ρίχνεται στους τυχοδιωκτικού πολέμου κατά της θρησκείας.»

«Η σοσιαλδημοκρατία θεωρεί την θρησκεία ιδιωτική υπόθεση σε σχέση με το κράτος, μα κάθε άλλο σε σχέση με τον εαυτό της, σε σχέση με τον μαρξισμό, σε σχέση με το εργατικό κόμμα.»

«Ο μαρξισμός λέει: πρέπει να ξέρουμε να αγωνιζόμαστε κατά της θρησκείας και γιαυτό πρέπει να εξηγήσουμε υλιστικά την πηγή της πίστης και της θρησκείας μέσα στις μάζες. Την πάλη κατά της θρησκείας δεν μπορούμε να την περιορίζουμε σε ένα αφηρημένο ιδεολογικό κήρυγμα, δεν μπορούμε να την ανάγουμε σε ένα τέτοιο κήρυγμα. Την πάλη αυτή πρέπει να την συνδέσουμε με την συγκεκριμένη πρακτική του ταξικού κινήματος που αποβλέπει στην εξάλειψη των κοινωνικών ριζών της θρησκείας.
Γιατί διατηρείται η θρησκεία στις συνειδήσεις των μαζών; Εξαιτίας της αμορφωσιάς του λαού απαντάει ο αστός προοδευτικός, ο ριζοσπάστης, ή ο αστός υλιστής. Μια τέτοια απάντηση όμως είναι επιφανειακή. Στις σύγχρονες καπιταλιστικές χώρες οι ρίζες είναι κυρίως κοινωνικές. Η κοινωνική εξάρτηση των εργαζόμενων μαζών, η καταφανής απόλυτη αδυναμία τους μπροστά στις τυφλές δυνάμεις του καπιταλισμού, που προξενεί κάθε μέρα χίλιες φορές φρικτότερα βάσανα, αγριότερα μαρτύρια στους απλούς ανθρώπους της δουλειάς από ότι οποιαδήποτε έκτακτα γεγονότα όπως πόλεμοι, σεισμοί κλπ. Να που βρίσκεται η σύγχρονη ρίζα της θρησκείας: στο φόβο…
…Το αθεϊστικό κήρυγμα μπορεί να είναι κάτω από αυτούς τους όρους και περιττό και βλαβερό, όχι από την άποψη των στενοκέφαλων υπολογισμών να μην τρομάξουν τα καθυστερημένα στρώματα, να μην χάσουμε την ψήφο στις εκλογές κλπ, μα από την άποψη της πραγματικής προόδου της ταξικής πάλης, που στις συνθήκες της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας οδηγεί εκατό φορές καλύτερα τους χριστιανούς εργάτες στη σοσιαλδημοκρατία και στον αθεϊσμό παρά το σκέτο αθεϊστικό κήρυγμα.»
Το τελευταίο μπορεί να οδηγήσει στο χωρισμό της εργατικής τάξης με βάση την πίστη στο θεό.

«Ο μαρξιστής πρέπει να ξέρει να υπολογίζει όλες τις συγκεκριμένες συνθήκες, να βρίσκει πάντα το σύνορο ανάμεσα στον αναρχισμό και τον οπορτουνισμό (αυτό το σύνορο είναι σχετικό, κινητό, μεταβλητό, όμως υπάρχει), να μην πέφτει ούτε στον αφηρημένο φραστικό στην πράξη κούφιο ‘επαναστατισμό’ του αναρχικού, ούτε στην στενοκεφαλιά και στον οπορτουνισμό του μικροαστού ή φιλελεύθερου διανοούμενου που φοβάται την πάλη με την θρησκεία, ξεχνάει αυτό το καθήκον του, συμβιβάζεται με την πίστη στο θεό, καθοδηγείται όχι από τα συμφέροντα της εργατικής τάξης αλλά από ένα μικροπρεπή, μίζερο μικροϋπολογισμό: να μην στεναχωρήσει, να μην αποδιώξει, να μην τρομάξει, και από τον πάνσοφο κανόνα «ζήσε και άσε και τους άλλους να ζουν».»

«Δεν επιτρέπεται μια για πάντα και για όλες τις συνθήκες να δηλώσουμε ότι οι παπάδες δεν μπορούν να είναι μέλη του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, αλλά και δεν επιτρέπεται μια για πάντα να προβάλλουμε και τον αντίστροφο κανόνα. Αν ο παπάς έρχεται σε μας για μια από κοινού πολιτική δουλειά και εκπληρώνει ευσυνείδητα την κομματική δουλειά, χωρίς να δρα ενάντια στο πρόγραμμα του κόμματος, μπορούμε να τον δεχτούμε στις γραμμές της σοσιαλδημοκρατίας, γιατί η αντίφαση του πνεύματος και τον βάσεων του προγράμματος μας με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του παπά θα μπορούσε να παραμείνει κάτω από αυτές τις συνθήκες μια αντίφαση που αφορά μονάχα αυτόν, προσωπικά αυτόν, και η πολιτική οργάνωση δεν μπορεί να υποβάλει τα μέλη της σε εξετάσεις για το αν υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στις αντιλήψεις τους και στο πρόγραμμα του κόμματος.»

«Πρέπει όχι μονάχα να δεχόμαστε, μα και να τραβούμε με κάθε τρόπο στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα όλους τους εργάτες που διατηρούν την πίστη στο θεό, είμαστε κατηγορηματικά αντίθετοι στην παραμικρότερη προσβολή των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, μα τους τραβούμε για να τους διαπαιδαγωγήσουμε στο πνεύμα του προγράμματός μας και όχι για να το καταπολεμήσουν ενεργά. Δεχόμαστε μέσα στο κόμμα την ελευθερία γνωμών, μα σε ορισμένα όρια που καθορίζονται από την ελευθερία των ομάδων: δεν είμαστε υποχρεωμένοι να βαδίζουμε χέρι-χέρι με τους δραστήριους κήρυκες απόψεων που απορρίπτονται από την πλειοψηφία του κόμματος.»    





6. Β.Ι.Λένιν

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΣΤΑΣΗ
ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ
ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Γράφτηκε: στις 13 (26) του Μάη 1909 στο φύλλο 45 της εφημερίδας «Προλετάρι»
Δημοσιεύτηκε: στα «Άπαντα», τόμος 17
Επιμέλεια - Σύνταξη: ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΘΩΜΑΔΑΚΗΣ
HTML Markup: Θ. Θωμαδάκης - Ι. Κουκλάκης για τα Μαρξιστικά Βιβλία στο INTERNET, Μάης 2006


Ο λόγος του βουλευτή Σουρκόφ στην Κρατική Δούμα κατά τη συζήτηση του προϋπολογισμού της συνόδου και οι συζητήσεις στην ομάδα μας της Δούμας κατά την εξέταση του σχεδίου αυτού του λόγου, που δημοσιεύονται παρακάτω, ανακίνησαν ένα εξαιρετικά σοβαρό και επίκαιρο για τη σημερινή ακριβώς περίοδο ζήτημα[1]. Το ενδιαφέρον για καθετί που σχετίζεται με τη θρησκεία, αναμφισβήτητα, αγκάλιασε τώρα πλατιούς κύκλους της «κοινωνίας» και εισχώρησε στις γραμμές των διανοουμένων που βρίσκονται κοντά στο εργατικό κίνημα, καθώς και σε ορισμένους εργατικούς κύκλους. Η σοσιαλδημοκρατία έχει δίχως άλλο την υποχρέωση να εκθέσει τη στάση της απέναντι στη θρησκεία.
Η σοσιαλδημοκρατία βασίζει όλη την κοσμοθεωρία της στον επιστημονικό σοσιαλισμό, δηλ. στο μαρξισμό. Φιλοσοφική βάση του μαρξισμού, όπως δήλωσαν επανειλημμένα και ο Μαρξ και ο Έγκελς, είναι ο διαλεκτικός υλισμός, που αφομοίωσε στο σύνολό του τις ιστορικές παραδόσεις του υλισμού του ΧVΙΙΙ αιώνα στη Γαλλία και του Φόιερμπαχ (πρώτο μισό του ΧΙΧ αιώνα) στη Γερμανία, –ενός υλισμού απόλυτα αθεϊστικού, κατηγορηματικά εχθρικού απέναντι σε κάθε θρησκεία. Υπενθυμίζουμε ότι ολόκληρο το Αντιντίριγκ του Έγκελς, που το χειρόγραφο του το είχε διαβάσει ο Μαρξ, καταγγέλλει τον υλιστή και αθεϊστή Ντίριγκ για ασυνέπεια στον υλισμό του, για το ότι αφήνει πορτίτσες για τη θρησκεία και τη θρησκευτική φιλοσοφία. Υπενθυμίζουμε ότι στο έργο του για τον Λουδοβίκο Φόιερμπαχ, ο Έγκελς τον κατηγορεί ότι αγωνίστηκε κατά της θρησκείας με σκοπό όχι την εκμηδένιση της, μα την ανακαίνιση της, τη δημιουργία μιας νέας, «ανώτερης» θρησκείας κτλ. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού, αυτό το απόφθεγμα του Μαρξ είναι ο ακρογωνιαίος λίθος όλης της κοσμοθεωρίας του μαρξισμού στο ζήτημα της θρησκείας[2].O μαρξισμός όλες τις σύγχρονες θρησκείες και εκκλησίες, όλες τις κάθε λογής θρησκευτικές οργανώσεις, τις βλέπει πάντα σαν όργανα της αστικής αντίδρασης, που χρησιμεύουν για την υπεράσπιση της εκμετάλλευσης και την αποχαύνωση της εργατικής τάξης.
Και ταυτόχρονα, όμως, ο Έγκελς καταδίκασε επανειλημμένα τις απόπειρες εκείνων που ήθελαν να είναι «πιο αριστεροί» ή «πιο επαναστάτες» από τη σοσιαλδημοκρατία, να μπάσουν στο πρόγραμμα του εργατικού κόμματος μια άμεση αναγνώριση του αθεϊσμού με την έννοια της κήρυξης πολέμου κατά της θρησκείας. Το 1874, ο Έγκελς μιλώντας για το περίφημο μανιφέστο των φυγάδων της Κομμούνας, των μπλανκιστών, πού ζούσαν σαν πολιτικοί πρόσφυγες στο Λονδίνο, χαρακτηρίζει σαν ανοησία τη θορυβώδη κήρυξη πολέμου από μέρους τους κατά της θρησκείας, και δηλώνει ότι μια τέτοια κήρυξη πολέμου είναι ο καλύτερος τρόπος να ζωντανέψει το ενδιαφέρον προς τη θρησκεία και να δυσκολευτεί η πραγματική απονέκρωση της θρησκείας. Ο Έγκελς κατηγορεί τους μπλανκιστές ότι δεν μπορούν να καταλάβουν πως μονάχα η ταξική πάλη των εργατικών μαζών, που τραβά ολόπλευρα τα πιο πλατιά στρώματα του προλεταριάτου στη συνειδητή και επαναστατική κοινωνική πρακτική, είναι σε θέση ν’ απελευθερώσει στην πράξη τις καταπιεζόμενες μάζες από το ζυγό της θρησκείας, ενώ η ανακήρυξη σε πολιτικό καθήκον του εργατικού κόμματος του πολέμου κατά της θρησκείας είναι αναρχική λογοκοπία. Και το 1877 στο Αντιντίριγκ, ο Έγκελς κτυπώντας αμείλικτα τις παραμικρότερες παραχωρήσεις που κάνει ο φιλόσοφος Ντίριγκ στον ιδεαλισμό και στη θρησκεία, καταδικάζει όχι λιγότερο αποφασιστικά τη δήθεν επαναστατική ιδέα του Ντίριγκ για απαγόρευση της θρησκείας στη σοσιαλιστική κοινωνία. Το να κηρύσσεις ένα τέτοιο πόλεμο κατά της θρησκείας σημαίνει –λέει ο Έγκελς– «να γίνεσαι πιο βισμαρκικός από τον ίδιο το Βίσμαρκ», δηλ. να επαναλαμβάνεις την κουταμάρα της πάλης του Βίσμαρκ ενάντια στους κληρικόφρονες (η περιβόητη «πάλη υπέρ του πολιτισμού», Κulturkampf, δηλ. η πάλη του Βίσμαρκ στην 8η δεκαετία του περασμένου αιώνα ενάντια στο γερμανικό κόμμα των καθολικών, το κόμμα του «κέντρου», με αστυνομικές διώξεις του καθολικισμού). Μ’ αυτή την πάλη ο Βίσμαρκ το μόνο που έκανε ήταν να δυναμώσει τη μαχητική κληρικοφροσύνη των καθολικών, να βλάψει την υπόθεση του πραγματικού πολιτισμού, γιατί πρόβαλε σε πρώτη μοίρα τις θρησκευτικές διαιρέσεις αντί τις πολιτικές, τράβηξε την προσοχή μερικών στρωμάτων της εργατικής τάξης και της δημοκρατίας από τα επιτακτικά καθήκοντα της ταξικής και επαναστατικής πάλης προς την κατεύθυνση της πιο επιφανειακής και αστικά απατηλής αντικληρικοφροσύνης. Ο Έγκελς κατηγορώντας τον Ντίριγκ που ήθελε να είναι υπερεπαναστάτης, ότι θέλει να επαναλάβει με άλλη μορφή την ίδια εκείνη κουταμάρα του Βίσμαρκ, απαιτούσε από το εργατικό κόμμα να είναι ικανό να δουλεύει υπομονητικά για το έργο της οργάνωσης και της διαφώτισης του προλεταριάτου, έργο που οδηγεί στην απονέκρωση της θρησκείας, και όχι να ρίχνεται στους τυχοδιωκτισμούς ενός πολιτικού πολέμου κατά της θρησκείας. Αυτή η άποψη μπήκε στη σάρκα και στο αίμα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, που τάχθηκε, λόγου χάρη, υπέρ της ελευθερίας των Ιησουϊτών, υπέρ της ανοχής τους στη Γερμανία, υπέρ της κατάργησης των κάθε είδους μέτρων αστυνομικής πάλης ενάντια στη μια ή στην άλλη θρησκεία. Η «ανακήρυξη της θρησκείας σε ιδιωτική υπόθεση», αυτό το περίφημο σημείο του προγράμματος της Ερφούρτης (1891), κατοχύρωσε την παραπάνω πολιτική τακτική της σοσιαλδημοκρατίας.
Αυτή η τακτική πρόλαβε τώρα κιόλας να γίνει ρουτίνα, πρόλαβε να γεννήσει μια νέα διαστρέβλωση του μαρξισμού προς την αντίθετη πλευρά, προς την πλευρά του οπορτουνισμού. Τη θέση του προγράμματος της Ερφούρτης άρχισαν να την ερμηνεύουν με την έννοια ότι εμείς, οι σοσιαλδημοκράτες, το κόμμα μας θεωρεί τη θρησκεία ιδιωτική υπόθεση, ότι για μας, σαν σοσιαλδημοκράτες, για μας, σαν κόμμα, η θρησκεία είναι ιδιωτική υπόθεση. Ο Έγκελς χωρίς ν’ αρχίσει ανοιχτή πολεμική ενάντια σ’ αυτή την οπορτουνιστική άποψη, στην τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα θεώρησε απαραίτητο να ταχθεί αποφασιστικά ενάντιά της όχι με μορφή πολεμικής, μα με θετική μορφή. Συγκεκριμένα: ο Έγκελς το έκανε αυτό με τη μορφή μιας δήλωσης, που σκόπιμα την υπογράμμισε, ότι η σοσιαλδημοκρατία θεωρεί τη θρησκεία ιδιωτική υπόθεση σε σχέση με το κράτος, μα κάθε άλλο παρά σε σχέση με τον εαυτό της, σε σχέση με το μαρξισμό, σε σχέση με το εργατικό κόμμα.
Αυτή είναι η εξωτερική πλευρά της ιστορίας των θέσεων του Μαρξ και του Έγκελς στο ζήτημα της θρησκείας. Για κείνους που ασχολούνται, επιπόλαια με το μαρξισμό, για εκείνους που δεν ξέρουν ή δεν θέλουν να σκέπτονται, η ιστορία αυτή είναι ένα κουβάρι παράλογων αντιφάσεων και ταλαντεύσεων του μαρξισμού: ένα είδος, λένε, σαλάτας από «συνεπή» αθεϊσμό και από «χατηράκια» προς τη θρησκεία, ένα είδος ταλάντευσης «χωρίς αρχές» ανάμεσα στον ε-ε-επαναστατικό πόλεμο κατά του θεού και στη φοβητσιάρικη επιθυμία να «προσαρμοστούμε» στους εργάτες που πιστεύουν, στο φόβο μη τους τρομάξουμε κτλ. κτλ. Στη φιλολογία των αναρχικών λογοκόπων μπορεί κανείς να βρει όχι λίγα ξεσπαθώματα αυτού του είδους ενάντια στο μαρξισμό.
Μα όποιος είναι λίγο-πολύ ικανός ν’ ασχοληθεί σοβαρά με το μαρξισμό, να εμβαθύνει στις φιλοσοφικές βάσεις του και στην πείρα της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας, αυτός εύκολα θα δει ότι η τακτική του μαρξισμού απέναντι στη θρησκεία είναι βαθιά συνεπής και μελετημένη από τον Μαρξ και τον Έγκελς, ότι αυτό που οι ερασιτέχνες ή οι αμόρφωτοι θεωρούν ταλαντεύσεις είναι άμεσο και αναπόφευκτο συμπέρασμα πού βγαίνει από το διαλεκτικό υλισμό. Θα ήταν μεγάλο λάθος να νομίζουμε πως η φαινομενική «μετριοπάθεια» του μαρξισμού απέναντι στη θρησκεία εξηγείται με τους λεγόμενους λόγους «τακτικής» με την έννοια της επιθυμίας «να μην τους τρομάξουμε» κτλ. Αντίθετα, η πολιτική γραμμή του μαρξισμού και σ’ αυτό το ζήτημα συνδέεται αδιάρρηκτα με τις φιλοσοφικές του βάσεις.
Ο μαρξισμός είναι υλισμός. Σαν τέτοιος είναι εξίσου αμείλικτα εχθρικός προς τη θρησκεία, όσο και ο υλισμός των εγκυκλοπαιδιστών του ΧVΙΙΙ αιώνα ή ο υλισμός του Φόιερμπαχ. Αυτό είναι αναμφισβήτητο. Μα ο διαλεκτικός υλισμός του Μαρξ και του Έγκελς προχωρεί πιο πέρα από τους εγκυκλοπαιδιστές και τον Φόιερμπαχ, εφαρμόζοντας την υλιστική φιλοσοφία στον τομέα της ιστορίας, στον τομέα των κοινωνικών επιστημών. Πρέπει ν’ αγωνιζόμαστε κατά της θρησκείας. Αυτό είναι το αλφάβητο όλου του υλισμού και, συνεπώς, και του μαρξισμού. Μα ο μαρξισμός δεν είναι υλισμός που σταμάτησε στο αλφάβητο. Ο μαρξισμός προχωρεί πιο πέρα. Ο μαρξισμός λέει: πρέπει να ξέρουμε ν’ αγωνιζόμαστε κατά της θρησκείας, και γι’ αυτό πρέπει να εξηγήσουμε υλιστικά την πηγή της πίστης και της θρησκείας μέσα στις μάζες. Την πάλη κατά της θρησκείας δεν μπορούμε να την περιορίζουμε σ’ ένα αφηρημένο ιδεολογικό κήρυγμα, δεν μπορούμε να την ανάγουμε σ’ ένα τέτοιο κήρυγμα. Την πάλη αυτή πρέπει να την συνδέσουμε με τη συγκεκριμένη πρακτική του ταξικού κινήματος που αποβλέπει στην εξάλειψη των κοινωνικών ριζών της θρησκείας. Γιατί διατηρείται η θρησκεία στα καθυστερημένα στρώματα του προλεταριάτου της πόλης, στα πλατιά στρώματα του μισοπρολεταριάτου, καθώς και στη μάζα της αγροτιάς; Εξαιτίας της αμορφωσιάς του λαού, απαντάει ο αστός προοδευτικός, ο ριζοσπάστης ή ο αστός υλιστής. Συνεπώς, κάτω η θρησκεία, ζήτω ο αθεϊσμός, η διάδοση των αθεϊστικών αντιλήψεων είναι το κυριότερο μας καθήκον. Ο μαρξιστής λέει: Δεν είναι αλήθεια. Μια τέτοια άποψη είναι επιφανειακή, αστικά περιορισμένη πολιτιστική προπαγάνδα. Μια τέτοια άποψη δεν εξηγεί τις ρίζες της θρησκείας αρκετά βαθιά, υλιστικά, αλλά ιδεαλιστικά. Στις σύγχρονες καπιταλιστικές χώρες οι ρίζες αυτές είναι κυρίωςκοινωνικές. Η κοινωνική εξάρτηση των εργαζόμενων μαζών, η καταφανής απόλυτη αδυναμία τους μπροστά στις τυφλές δυνάμεις του καπιταλισμού, που προξενεί κάθε μέρα και κάθε ώρα χίλιες φορές φρικτότερα βάσανα, αγριότερα μαρτύρια στους απλούς ανθρώπους της δουλειάς απ’ ό,τι οποιαδήποτε έκτακτα γεγονότα, όπως πόλεμοι, σεισμοί κτλ., να που βρίσκεται η βαθύτερη σύγχρονη ρίζα της θρησκείας. «Ο φόβος δημιούργησε τους θεούς». Ό φόβος μπροστά στην τυφλή δύναμη του κεφαλαίου, που είναι τυφλή γιατί δεν μπορεί να προβλεφτεί από τις μάζες του λαού, που στο κάθε βήμα της ζωής του προλετάριου και του μικρονοικοκύρη η δύναμη αυτή απειλεί να του φέρει και του φέρνει την «ξαφνική», την «αναπάντεχη», την «τυχαία» καταστροφή, τον όλεθρο, τη μετατροπή του σε ζητιάνο, σε πόρνη, το θάνατο από την πείνα, να η ρίζα της σύγχρονης θρησκείας που πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα πρέπει να έχει υπόψη του ο υλιστής, αν δεν θέλει να παραμείνει υλιστής του νηπιαγωγείου. Κανένα διαφωτιστικό βιβλίο δεν πρόκειται να ξεριζώσει τη θρησκεία από τις μάζες που καταπιέζονται από το καπιταλιστικό κάτεργο και που εξαρτιόνται από τις τυφλές καταστροφικές δυνάμεις του καπιταλισμού, όσο αυτές οι μάζες δεν θα μάθουν μόνες τους ν’ αγωνίζονται ενωμένες, οργανωμένα, συστηματικά, συνειδητά ενάντια σ’ αυτή τη ρίζα της θρησκείας, ενάντια στην κυριαρχία του κεφαλαίου σ’ όλες τις μορφές.
Μήπως από δω βγαίνει ότι το διαφωτιστικό βιβλίο κατά της θρησκείας είναι βλαβερό ή περιττό; Όχι. Από δω δεν βγαίνει καθόλου ένα τέτοια πράγμα. Από δω βγαίνει ότι η αθεϊστική προπαγάνδα της σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να υποτάσσεται στο βασικό της καθήκον: την ανάπτυξη της ταξικής πάλης των εκμεταλλευόμενων μαζών κατά των εκμεταλλευτών.
Ένας άνθρωπος που δεν έχει μελετήσει βαθιά τις βάσεις του διαλεκτικού υλισμού, δηλ. της φιλοσοφίας του Μαρξ και του Έγκελς, μπορεί να μην καταλάβει (ή τουλάχιστο, να μην καταλάβει αμέσως) αυτή τη θέση. Πως γίνεται αυτό; Να υποτάξουμε την ιδεολογική προπαγάνδα, το κήρυγμα ορισμένων ιδεών, την πάλη ενάντια σ’ αυτό τον εχθρό του πολιτισμού και της προόδου, που διατηρείται χιλιετηρίδες (δηλ. ενάντια στη θρησκεία), στην ταξική πάλη, δηλ. στην πάλη για συγκεκριμένους πρακτικούς σκοπούς στον οικονομικό και πολιτικό τομέα;
Μια τέτοια αντίρρηση ανήκει στις συνηθισμένες αντιρρήσεις κατά του μαρξισμού, και είναι δείγμα απόλυτης άγνοιας της διαλεκτικής του Μαρξ. Η αντίφαση που ενοχλεί όσους έχουν τέτοιου είδους αντιρρήσεις είναι μια ζωντανή αντίφαση της ζωντανής ζωής, δηλ. μια διαλεκτική, κι όχι φραστική, όχι επινοημένη αντίφαση. Το να χωρίζουμε μ’ ένα απόλυτο, αδιαπέραστο σύνορο τη θεωρητική προπαγάνδα του αθεϊσμού, δηλ. την εκμηδένιση των θρησκευτικών πεποιθήσεων σε ορισμένα στρώματα του προλεταριάτου, και την επιτυχία, την πορεία, τις συνθήκες της ταξικής πάλης αυτών των στρωμάτων, σημαίνει ότι δεν σκεπτόμαστε διαλεκτικά, ότι μετατρέπουμε σε απόλυτο σύνορο εκείνο που είναι κινητό, σχετικό σύνορο, σημαίνει ότι διασπούμε βίαια εκείνο πού συνδέεται αδιάσπαστα στη ζωντανή πραγματικότητα. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Το προλεταριάτο μιας δοσμένης περιοχής και ενός δοσμένου κλάδου της βιομηχανίας αποτελείται, ας υποθέσουμε, από ένα πρωτοπόρο στρώμα αρκετά συνειδητών σοσιαλδημοκρατών που, εννοείται, είναι αθεϊστές, και από αρκετά καθυστερημένους, συνδεμένους ακόμη με το χωριό και την αγροτιά εργάτες που πιστεύουν στο θεό, πηγαίνουν στην εκκλησία ή ακόμη βρίσκονται και κάτω από την άμεση επιρροή του τοπικού παπά που ιδρύει, ας υποθέσουμε, μια χριστιανική εργατική ένωση. Ας υποθέσουμε, σε συνέχεια, πως η οικονομική πάλη σ’ αυτόν τον τόπο οδήγησε σε απεργία. Για το μαρξιστή είναι υποχρεωτικό να βάλει σε πρώτη μοίρα την επιτυχία του απεργιακού κινήματος, είναι υποχρεωτικό ν’ αντιδράσει αποφασιστικά στο χωρισμό των εργατών σ’ αυτή την πάλη σε αθεϊστές και χριστιανούς, να παλέψει αποφασιστικά ενάντια σ’ αυτό το χωρισμό. Το αθεϊστικό κήρυγμα μπορεί να είναι κάτω απ’ αυτούς τους όρους και περιττό και βλαβερό, όχι από την άποψη των στενοκέφαλων υπολογισμών να μην τρομάξουν τα καθυστερημένα στρώματα, να μη χάσουμε την ψήφο στις εκλογές κτλ., μα από την άποψη της πραγματικής προόδου της ταξικής πάλης, που στις συνθήκες της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας οδηγεί εκατό φορές καλύτερα τους χριστιανούς εργάτες στη σοσιαλδημοκρατία και στον αθεϊσμό παρά το σκέτο αθεϊστικό κήρυγμα. Ο κήρυκας του αθεϊσμού σε μια τέτοια στιγμή και κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες θα έπαιζε μονάχα το παιχνίδι του παπά και των παπάδων, που τίποτε δεν επιθυμούν τόσο, όσο την αντικατάσταση του χωρισμού των εργατών με βάση τη συμμετοχή στην απεργία, με το χωρισμό τους με βάση την πίστη στο θεό. Ο αναρχικός, κηρύσσοντας με κάθε τρόπο και μέσο τον πόλεμο κατά του θεού, στην πράξη θα βοηθούσε τους παπάδες και την αστική τάξη (όπως και πάντα οι αναρχικοί στην πράξη βοηθούν την αστική τάξη). Ο μαρξιστής πρέπει να είναι υλιστής, δηλ. εχθρός της θρησκείας, μα υλιστής διαλεκτικός, δηλ. που βάζει το ζήτημα της πάλης κατά της θρησκείας όχι αφηρημένα, όχι στη βάση ενός αφηρημένου, καθαρά θεωρητικού, πάντα αναλλοίωτου κηρύγματος, μα συγκεκριμένα, στη βάση της ταξικής πάλης που διεξάγεται στην πράξη και που διαπαιδαγωγεί τις μάζες περισσότερο απ’ όλα και καλύτερα απ’ όλα. Ο μαρξιστής πρέπει να ξέρει να υπολογίζει όλες τις συγκεκριμένες συνθήκες, να βρίσκει πάντα το σύνορο ανάμεσα στον αναρχισμό και στον οπορτουνισμό (αυτό το σύνορο είναι σχετικό, κινητό, μεταβλητό, όμως υπάρχει), να μην πέφτει ούτε στον αφηρημένο, φραστικό, στην πράξη κούφιο «επαναστατισμό» του αναρχικού, ούτε στη στενοκεφαλιά και στον οπορτουνισμό του μικροαστού ή του φιλελεύθερου διανοουμένου που φοβάται την πάλη με τη θρησκεία, ξεχνάει αυτό το καθήκον του, συμβιβάζεται με την πίστη στο θεό, καθοδηγείται όχι από τα συμφέροντα της ταξικής πάλης, μα από ένα μικροπρεπή, μίζερο μικρο-υπολογισμό: να μην στενοχωρήσει, να μην αποδιώξει, να μην τρομάξει, και από τον πάνσοφο κανόνα: «ζήσε και άσε και τους άλλους να ζουν » κτλ. κτλ.
Απ’ αυτήν την άποψη πρέπει να λύνουμε όλα τα επιμέρους ζητήματα που αφορούν τη στάση της σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στη θρησκεία. Λόγου χάρη, συχνά προβάλλεται το ερώτημα, αν μπορεί ένας παπάς να είναι μέλος του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, και συνήθως απαντούν σ’ αυτό το ερώτημα χωρίς κανενός είδους επιφυλάξεις καταφατικά, προβάλλοντας σαν επιχείρημα την πείρα των ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Αλλά αυτή η πείρα γεννήθηκε όχι μονάχα από την εφαρμογή της θεωρίας του μαρξισμού στο εργατικό κίνημα, μα και από τις ειδικές ιστορικές συνθήκες της Δύσης, που δεν υπάρχουν στη Ρωσία (θα μιλήσουμε παρακάτω γι’ αυτές τις συνθήκες), έτσι που η δίχως όρους καταφατική απάντηση εδώ δεν είναι σωστή. Δεν επιτρέπεται μια για πάντα και για όλες τις συνθήκες να δηλώσουμε ότι οι παπάδες δεν μπορούν να είναι μέλη του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, αλλά και δεν επιτρέπεται μια για πάντα να προβάλουμε και τον αντίστροφο κανόνα. Αν ο παπάς έρχεται σε μας για μια από κοινού πολιτική δουλειά και εκπληρώνει ευσυνείδητα την κομματική δουλειά, χωρίς να δρα ενάντια στο πρόγραμμα του κόμματος, μπορούμε να τον δεχτούμε στις γραμμές της σοσιαλδημοκρατίας, γιατί η αντίφαση του πνεύματος και των βάσεων του προγράμματος μας με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του παπά θα μπορούσε να παραμείνει κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες μια αντίφαση που αφορά μονάχα αυτόν, προσωπικά αυτόν, και η πολιτική οργάνωση δεν μπορεί να υποβάλλει τα μέλη της σε εξετάσεις για το αν δεν υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στις αντιλήψεις τους και στο πρόγραμμα του κόμματος. Αλλά, εννοείται, μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να είναι σπάνια εξαίρεση ακόμη και στην Ευρώπη, κι’ όσο για τη Ρωσία είναι πια ελάχιστα πιθανή. Και αν, λόγου χάρη, ο παπάς έμπαινε στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και άρχιζε να διεξάγει σ’ αυτό το κόμμα, σαν κύρια και σχεδόν μοναδική δουλειά του, ένα δραστήριο κήρυγμα των θρησκευτικών αντιλήψεων, τότε το κόμμα θα έπρεπε δίχως άλλο να τον διώξει από το περιβάλλον του. Πρέπει όχι μονάχα να δεχόμαστε, μα και να τραβούμε με κάθε τρόπο στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα όλους τους εργάτες που διατηρούν την πίστη στο θεό, είμαστε κατηγορηματικά αντίθετοι στην παραμικρότερη προσβολή των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, μα τους τραβούμε για να τους διαπαιδαγωγήσουμε στο πνεύμα του προγράμματος μας και όχι για να το καταπολεμήσουν ενεργά. Δεχόμαστε μέσα στο κόμμα την ελευθερία γνωμών, μα σε ορισμένα όρια που καθορίζονται από την ελευθερία των ομάδων: δεν είμαστε υποχρεωμένοι να βαδίζουμε χέρι με χέρι με τους δραστήριους κήρυκες απόψεων που απορρίπτονται από την πλειοψηφία του κόμματος.
Άλλο παράδειγμα: μπορούμε άραγε σ’ όλες τις συνθήκες, χρησιμοποιώντας το ίδιο μέτρο, να καταδικάζουμε τα μέλη του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος για τη δήλωση: «ο σοσιαλισμός είναι η θρησκεία μου» και για το κήρυγμα απόψεων που αντιστοιχούν σε μια τέτοια δήλωση; Όχι. Η απομάκρυνση από το μαρξισμό (και συνεπώς και από το σοσιαλισμό) είναι εδώ αναμφισβήτητη, μα η σημασία αυτής της απομάκρυνσης, το ειδικό, ας πούμε, βάρος της, μπορεί να είναι διαφορετικό σε διαφορετικές συνθήκες. Άλλο πράγμα είναι, όταν ο προπαγανδιστής ή ο άνθρωπος πού παίρνει το λόγο μπροστά στην εργατική μάζα μιλάει έτσι, για να είναι πιο κατανοητός, για ν’ αρχίσει την ανάπτυξη του θέματος, για να υπογραμμίσει πιο ρεαλιστικά τις απόψεις του με όρους πιο συνηθισμένους στην καθυστερημένη μάζα. Κι’ άλλο πράγμα είναι, όταν ένας συγγραφέας αρχίζει να κηρύσσει τη «θεοπλασία» ή το θεοπλαστικό σοσιαλισμό (λόγου χάρη, στο πνεύμα των δικών μας Λουνατσάρσκι και Σίας). Όσο στην πρώτη περίπτωση η καταδίκη θα μπορούσε να είναι μικροπρέπεια ή ακόμη και άτοπος περιορισμός της ελευθερίας του προπαγανδιστή, της ελευθερίας της «παιδαγωγικής» επενέργειας, τόσο στη δεύτερη περίπτωση η κομματική καταδίκη είναι απαραίτητη και υποχρεωτική. Η θέση: «ο σοσιαλισμός είναι θρησκεία» για άλλους είναι μορφή περάσματος από τη θρησκεία στο σοσιαλισμό, και για άλλους, από το σοσιαλισμό στη θρησκεία.
Ας περάσουμε τώρα στις συνθήκες που γέννησαν στη Δύση την οπορτουνιστική ερμηνεία της θέσης: «ανακήρυξη της θρησκείας σε ιδιωτική υπόθεση». Φυσικά, εδώ υπάρχει η επίδραση των γενικών αιτιών που γεννούν τον οπορτουνισμό γενικά, ο οποίος θυσιάζει τα βασικά συμφέροντα του εργατικού κινήματος για στιγμιαία κέρδη. Το κόμμα του προλεταριάτου απαιτεί από το κράτος ν’ ανακηρύξει τη θρησκεία ιδιωτική υπόθεση, χωρίς να θεωρεί καθόλου «ιδιωτική υπόθεση» το ζήτημα της πάλης ενάντια στο όπιο του λαού, της πάλης κατά των θρησκευτικών προλήψεων κτλ. Οι οπορτουνιστές διαστρεβλώνουν το ζήτημα έτσι που βγαίνει ότι τάχα τοΣοσιαλδημοκρατικό Κόμμα θεωρεί τη θρησκεία ιδιωτική υπόθεση!
Αλλά, εκτός από τη συνηθισμένη οπορτουνιστική διαστρέβλωση (που δεν ξεκαθαρίστηκε καθόλου στις συζητήσεις που έκανε η ομάδα μας της Δούμας σχετικά με την ομιλία για τη θρησκεία) υπάρχουν ειδικές ιστορικές συνθήκες που προκάλεσαν τη σύγχρονη, αν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι, υπερβολική αδιαφορία των Ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών στο ζήτημα της θρησκείας. Οι συνθήκες αυτές είναι δυο ειδών. Πρώτα-πρώτα το καθήκον της πάλης κατά της θρησκείας είναι ιστορικό καθήκον της επαναστατικής αστικής τάξης, και στη Δύση αυτό το καθήκον σε σημαντικό βαθμό το εκπλήρωσε (ή το εκπλήρωνε) η αστική δημοκρατία την εποχή των επαναστάσεων της ή των εφόδων της κατά της φεουδαρχίας και του μεσαιωνισμού. Και στη Γαλλία και στη Γερμανία υπάρχει μια παράδοση αστικού πολέμου κατά της θρησκείας, που άρχισε πολύ πριν από το σοσιαλισμό (εγκυκλοπαιδιστές, Φόιερμπαχ). Στη Ρωσία, σε αντιστοιχία με τις συνθήκες της αστικοδημοκρατικής μας επανάστασης, και αυτό το καθήκον πέφτει σχεδόν ολοκληρωτικά στους ώμους της εργατικής τάξης. Η μικροαστική (ναρόντνικη) δημοκρατία έκανε απ’ αυτή την άποψη στη χώρα μας όχι πάρα πολλά (όπως νομίζουν οι νεοφώτιστοι μαυροεκατονταρχίτες καντέτοι ή καντέτοι μαυροεκατονταρχίτες της «Βέχι»)[3], μα πολύ λίγα σε σύγκριση με την Ευρώπη.
Από το άλλο μέρος, η παράδοση του αστικού πολέμου κατά της θρησκείας έχει κιόλας δημιουργήσει στην Ευρώπη μια ειδικά αστικήδιαστρέβλωση αυτού του πολέμου από τον αναρχισμό, που στέκεται, όπως από καιρό πια και επανειλημμένα εξήγησαν οι μαρξιστές, στη βάση της αστικής κοσμοθεωρίας, παρόλη τη «λύσσα» των επιθέσεών του κατά της αστικής τάξης. Οι αναρχικοί και οι μπλανκιστές στις λατινικές χώρες, ο Μοστ (που ήταν, ανάμεσα στ’ άλλα, μαθητής του Ντίριγκ) και Σία στη Γερμανία, οι αναρχικοί της 9ης δεκαετίας στην Αυστρία έφτασαν ως το nec plus ultra (τον έσχατο βαθμό) την επαναστατική λογοκοπία στην πάλη ενάντια στη θρησκεία. Δεν είναι εκπληκτικό ότι οι Ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες τώρα παρατραβούν το σχοινί, που το είχαν τραβήξει προς την άλλη μεριά οι αναρχικοί. Αυτό είναι κατανοητό και, σ’ ένα ορισμένο βαθμό, δικαιολογημένο, μα εμείς, οι ρώσοι σοσιαλδημοκράτες, δεν κάνει να ξεχνάμε τις ειδικές ιστορικές συνθήκες της Δύσης.
Δεύτερο, στη Δύση, ύστερα από τον τερματισμό των εθνικών αστικών επαναστάσεων, ύστερα από την καθιέρωση μιας λίγο πολύ απόλυτης ελευθερίας της λατρείας, το ζήτημα της δημοκρατικής πάλης κατά της θρησκείας τόσο πια παραμερίστηκε ιστορικά σε δεύτερη μοίρα από την πάλη της αστικής δημοκρατίας ενάντια στο σοσιαλισμό, ώστε οι αστικές κυβερνήσεις συνειδητά δοκίμαζαν ν’ αποσπάσουν την προσοχή των μαζών από το σοσιαλισμό με την οργάνωση μιας quasi-φιλελεύθερης (δήθεν-φιλελεύθερης) «εκστρατείας» κατά της κληρικοφροσύνης. Αυτό το χαρακτήρα είχε και η Kulturkampf στη Γερμανία και η πάλη των αστών δημοκρατών της Γαλλίας κατά της κληρικοφροσύνης. Η αστική αντικληρικοφροσύνη σαν μέσο για ν’ αποσπασθεί η προσοχή των εργατικών μαζών από το σοσιαλισμό, να τι προηγήθηκε στη Δύση από τη διάδοση μέσα στους σοσιαλδημοκράτες της σύγχρονης «αδιαφορίας» τους σχετικά με την πάλη κατά της θρησκείας. Και πάλι αυτό είναι κατανοητό και δικαιολογημένο, γιατί στην αστική και τη βισμαρκική αντικληρικοφροσύνη οι σοσιαλδημοκράτες έπρεπε ν’ αντιπαρατάξουν ακριβώς την υποταγή της πάλης κατά της θρησκείας στην πάλη υπέρ του σοσιαλισμού.
Στη Ρωσία οι συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές. Το προλεταριάτο είναι ο ηγέτης της αστικοδημοκρατικής μας επανάστασης. Το κόμμα του πρέπει να είναι ο ιδεολογικός ηγέτης στην πάλη ενάντια σε κάθε μεσαιωνισμό, κι’ ανάμεσα στ’ άλλα ενάντια στην παλιά, επίσημη θρησκεία και σ’ όλες τις απόπειρες να την ανακαινίσουν ή να την στηρίξουν ξανά από την αρχή με διαφορετικό τρόπο κτλ. Γι’ αυτό, αν ο Έγκελς διόρθωνε με σχετική επιείκεια τον οπορτουνισμό των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών που αντικαθιστούσαν το αίτημα του εργατικού κόμματος για την ανακήρυξη της θρησκείας από το κράτος σε ιδιωτική υπόθεση, με την ανακήρυξη της θρησκείας σε ιδιωτική υπόθεση για τους ίδιους τους σοσιαλδημοκράτες και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, είναι ευνόητο ότι η αντιγραφή από τους ρώσους οπορτουνιστές αυτής της γερμανικής διαστρέβλωσης θα επέσυρε μια εκατό φορές πιο αυστηρή καταδίκη από μέρους του Έγκελς.
Δηλώνοντας από το βήμα της Δούμας ότι η θρησκεία είναι το όπιο του λαού, η ομάδα μας της Δούμας ενήργησε απόλυτα σωστά και δημιούργησε, μ’ αυτόν τον τρόπο, ένα προηγούμενο που πρέπει να χρησιμεύσει σαν βάση για όλες τις ομιλίες των ρώσων σοσιαλδημοκρατών στο ζήτημα της θρησκείας. Έπρεπε μήπως να προχωρήσει παραπέρα, αναπτύσσοντας ακόμη πιο λεπτομερειακά τα αθεϊστικά συμπεράσματα; Νομίζουμε όχι. Αυτό θα μπορούσε ν’ αποτελέσει κίνδυνο μεγαλοποίησης της πάλης κατά της θρησκείας από μέρους του πολιτικού κόμματος του προλεταριάτου, θα μπορούσε να οδηγήσει στο σβήσιμο των συνόρων ανάμεσα στην αστική και στη σοσιαλιστική πάλη κατά της θρησκείας. Το πρώτο που έπρεπε να εκπληρώσει η σοσιαλδημοκρατική ομάδα στη μαυροεκατονταρχίτικη Δούμα, το εκπλήρωσε με τιμή.
Το δεύτερο, και ίσως το κυριότερο για τους σοσιαλδημοκράτες –η εξήγηση του ταξικού ρόλου της εκκλησίας και του κλήρου στην υποστήριξη της μαυροεκατονταρχίτικης κυβέρνησης και της αστικής τάξης στην πάλη της κατά της εργατικής τάξης– εκπληρώθηκε επίσης με τιμή. Φυσικά, πάνω σ’ αυτό το θέμα μπορούμε ακόμη να πούμε πάρα πολλά, και οι κατοπινές ομιλίες των σοσιαλδημοκρατών θα βρουν με τι να συμπληρώσουν το λόγο του σ. Σουρκόφ, μα ωστόσο ο λόγος του ήταν έξοχος και η διάδοση του από όλες τις κομματικές οργανώσεις είναι άμεση υποχρέωση του κόμματος μας.
Το τρίτο είναι ότι χρειαζόταν να ξεκαθαρίσουμε με τον πιο αναλυτικό τρόπο τη σωστή έννοια της θέσης που τόσο συχνά διαστρεβλώνεται από τους γερμανούς οπορτουνιστές: «ανακήρυξη της θρησκείας σε ιδιωτική υπόθεση». Αυτό, δυστυχώς, ο σ. Σουρκόφ δεν το έκανε. Κι αυτό είναι ακόμη πιο λυπηρό, γιατί στην προηγούμενη δράση της ομάδας είχε κιόλας διαπραχθεί πάνω σ’ αυτό το ζήτημα το λάθος του σ. Μπελοούσοφ που σημειώθηκε έγκαιρα από την εφημερίδα «Προλετάρι». Οι συζητήσεις στην ομάδα δείχνουν ότι η διαμάχη για τον αθεϊσμό επισκίασε το ζήτημα της σωστής ανάπτυξης του περίφημου αιτήματος σχετικά με την ανακήρυξη της θρησκείας σε ιδιωτική υπόθεση. Δεν θα κατηγορήσουμε γι’ αυτό το λάθος όλης της ομάδας μόνο τον σ. Σουρκόφ. Κάτι παραπάνω. Αναγνωρίζουμε ανοιχτά ότι εδώ φταίει όλο το κόμμα, που δεν ξεκαθάρισε αρκετά αυτό το ζήτημα, που δεν καλλιέργησε αρκετά στη συνείδηση των σοσιαλδημοκρατών τη σημασία της παρατήρησης που έκανε ο Έγκελς στους γερμανούς οπορτουνιστές. Οι συζητήσεις στην ομάδα αποδείχνουν ότι πρόκειται ακριβώς για μια όχι σαφή κατανόηση του ζητήματος, και κάθε άλλο παρά για άρνηση να πάρουν υπόψη τη διδασκαλία του Μαρξ, και είμαστε βέβαιοι ότι το λάθος θα διορθωθεί στις κατοπινές ομιλίες της ομάδας.
Επαναλαμβάνουμε ότι γενικά και στο σύνολο του, ο λόγος του σ. Σουρκόφ είναι έξοχος και πρέπει να διαδοθεί απ’ όλες τις οργανώσεις. Με τη συζήτηση αυτού του λόγου η ομάδα απόδειξε ότι εκτελεί με απόλυτη ευσυνειδησία το σοσιαλδημοκρατικό της χρέος. Μένει να ευχηθούμε να δημοσιεύονται πιο συχνά στον κομματικό τύπο ανταποκρίσεις σχετικά με τις συζητήσεις μέσα στην ομάδα, για να προσεγγίσει περισσότερο η ομάδα το κόμμα, για να γνωρίσει το κόμμα τη δύσκολη δουλειά που γίνεται μέσα στην ομάδα, για ν’ αποκατασταθεί η ιδεολογική ενότητα στη δράση του κόμματος και της ομάδας.
26 Μάη 1909
Ν.Λένιν 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου